(Ομιλία στην εκδήλωση των Συλλόγων Πολιτικών Συνταξιούχων
Νομών Τρικάλων και Ιωαννίνων, 12-9-2026)
Του Δρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν οριστικά τη Θεσσαλία το 1393, ήτοι 61 χρόνια πριν από την κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως (1454), την δε Ήπειρο το 1430.
Οι νέοι κατακτητές για να εδραιώσουν την κατοχή τους στην Θεσσαλία προέβησαν σε συστηματικούς εποικισμούς σ’ αυτή. Με την πάροδο όμως του χρόνου οι Έλληνες αρχίζουν να προβάλλουν σοβαρή αντίσταση στον κατακτητή. Αυτό γίνεται κυρίως στην Δυτική Ελλάδα (Πίνδος, Άγραφα, Βάλτος) όπου η διαμόρφωση του εδάφους προσφέρεται γι’ αυτόν τον σκοπό. Οι περιοχές αυτές με τα ψηλά και δυσπρόσιτα βουνά τους γίνονται το καταφύγιο των ανυπότακτων Ελλήνων και το κέντρο αντιστάσεως των κατοίκων της Θεσσαλίας εναντίον των κατακτητών της.
Στη διάρκεια της 500χρονης περίπου Τουρκοκρατίας εκδηλώθηκαν αρκετά επανασταστικά κινήματα. Το πρώτο χρονολογικά ήταν του μητροπολίτη Λαρίσης-Τρίκκης Διονυσίου Β΄ του επονομαζόμενου Φιλοσόφου. Περί αυτού θα γίνει αναφορά παρακάτω. Τα άλλα ήταν η συμμετοχή των Τρικαλινών στα Ορλωφικά το 1770, η επανάσταση των Βλαχαβαίων στα Χάσια το 1808, η συμμετοχή στην Επανάσταση του 1821 με κέντρο δράσης κυρίως στην περιοχή του Ασπροποτάμου (1821-1824) με κύριους πρωταγωνιστές τον αρματολό Νικόλαο Στορνάρη, τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο, τον Γρηγόρη Λιακατά και τον Αθανάσιο Μάνταλο που επαναστάτησε στα Χάσια. Αλλά και η περιοχή των Αγράφων επαναστάτησε. Μετά την αποτυχία στη Θεσσαλία οι Τρικαλινοί αγωνιστές συνέχισαν τον αγώνα στην νότια Ελλάδα, Μεσολόγγι, Ντολμά, Νιόκαστρο Πυλίας, Ζεμενό και Πέτρα Βοιωτίας.
Με την λήξη της Επαναστάσεως και την δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η Θεσσαλία και η Ήπειρος έμειναν εκτός αυτού. Για να ελευθερωθούν χρειάστηκαν και άλλοι αγώνες. Έτσι έχουμε την εξέγερση του 1854 με τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο να φτάνει ελευθερωτής ως την Καλαμπάκα, άλλη μια εξέγερση το 1867 και την επανάσταση του 1878, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την συνθήκη του Βερολίνου (1878) με την οποία η Θεσσαλία και ένα τμήμα της περιοχής Άρτας ενσωματώθηκαν τελικά στην Ελλάδα το 1881. Η περιοχή Ελασσόνας, η υπόλοιπη Ήπειρος, η Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου απελευθερώθηκαν με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13.
Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, για μεγάλο διάστημα, τα Τρίκαλα υπήρξαν το διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της Θεσσαλίας αλλά και μιας ευρύτερης περιοχής. Ήταν έδρα του σαντζάκμπεη Τρικάλων και των μητροπολιτών Λαρίσης. Έτσι η Επισκοπή Τρίκκης ταυτίστηκε με την Μητρόπολη Λαρίσης, οι μητροπολίτες της οποίας ήταν συγχρόνως και επίσκοποι Τρίκκης. Ένας από αυτούς ήταν ο Διονύσιος Β΄ ο Φιλόσοφος.
ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Ο Διονύσιος καταγόταν μάλλον από πλούσια οικογένεια, αλλά δεν είναι γνωστό πού γεννήθηκε (πιθανόν στα μέρη της Παραμυθίας το 1541). Μερικές πληροφοιρίες έχουμε από την «Βιογραφία του νεομάρτυρα Σεραφείμ, αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου», γραμμένη από τον Αναστάσιο Γόρδιο, καθώς και από την επίσημη πράξη του Οικουμενικού Πατριάρχη με την οποία αποκήρυξε (το 1601) τον Διονύσιο Β΄ ως μητροπολίτη Λαρίσης, για την επανάστασή του εναντίον τών Τούρκων και κυρίως για την εγκατάλειψη της θέσεώς του και τη φυγή του στή Δύση, όπου μετέβη για να συνεννοηθεί με δυτικές Δυνάμεις με σκοπό την καλύτερη προετοιμασία της επαναστάσεως στην Ήπειρο.
Κάποιες πληροφορίες για την καταγωγή του Διονυσίου μπορούν ίσως να εξαχθούν από μια μελέτη του μητροπολίτη Παραμυθίας Αθηναγόρα με τίτλο «Ο Λαρίσης Διονύσιος ὁ Σκυλόσοφος» που δημοσιεύθηκε στα Ηπειρωτικά Χρονικά, 6 (1931) 11-16. Γράφει ο Αθηναγόρας: «Ἡμεῖς κατὰ συνθήκην ἐδέχθημεν μετ’ ἄλλων, ὅτι ὁ Λαρίσης Διονύσιος ἦν Ἠπειρώτης καταγόμενος μάλιστα ἐκ Παραμυθίας, καὶ διότι οὗτος ἦν ἀδελφὸς τῆς Μονῆς ἁγίου Δημητρίου Δυχούνη, δίωρον τῆς Παραμυθίας ἀπεχούσης, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον διότι ὡς στάδιον τῆς δευτέρας ἐπαναστατικής αὐτοῦ δράσεως ἐξελέξατο τὴν Ἤπειρον».
Όμως προχωρώντας στους συλλογισμούς του ο Αθηναγόρας καταλήγει: «...δὲν θὰ ἁμάρτη τις, ἂν καὶ τὸν Λαρίσης Διονύσιον τὸν Σκυλόσοφον θεωρήση ὡς καταγόμενον ἐκ μεγάλων καὶ ἐπιφανῶν οἰκογενειῶν καὶ συνδεόμενον διὰ συγγενείας πρὸς τοὺς συγχρόνους αὐτῷ Τυρνόβου Διονύσιον Ράλλην Καντακουζηνὸν καὶ Νικηφόρον Παράσχην Καντακουζηνόν. Οὕτω δὲ ὁ κατὰ τὸ 1582 [...] ἢ [...] τὸ 1592 [...] Μέγας Ἀρχιδιάκονος Διονύσιος Ράλλης νὰ εἶναι ὁ ἐθνομάρτυς Διονύσιος ὁ Σκυλόσοφος. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Διονύσιος ὁ Σκυλόσοφος κατήγετο ἐκ Ράλληδων καὶ Καντακουζηνών, φυσικῶς δὲν θὰ εἶχε πατρίδα τὴν Ἤπειρον, ὅπου οὐδέποτε συνηντήσαμε ἀπογόνους τῶν Βυζαντινῶν τούτων οἰκογενειῶν. Τότε πατρίς του θὰ ἦτο ἡ Κωνσταντινούπολις ἢ ἡ Ἀγχίαλος ἢ καὶ αὐτὴ ἡ Τρίκκη». Κατά τον καθηγητή Χρ. Κρικώνη ο Διονύσιος καταγόταν «ἐκ πλουσίας καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογενείας», εκ Τρίκκης ή έστω εκ Δυτικής Θεσσαλίας με πιθανόν τόπο το χωριό Φανάρ-Μαγούλα. Προς το παρόν οι απόψεις αυτές δεν επιβεβαιώνται.
Στα έργα που γράφτηκαν για τον Διονύσιο δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για τη ζωή του , παρά μόνο έντονες κατηγορίες και χυδαίες ύβρεις για τη συμμετοχή του στις αποτυχούσες επαναστάσεις. Ειδικότερα ο εμπαθής κατήγορός του μοναχός Μάξιμος γράφει: «οὐ γὰρ ἀνέχομαι γένος αὐτοῦ καὶ πατρίδα καὶ τἆλλα εἰπεῖν πολλῶν ἕνεκεν».
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ
Ο Διονύσιος ήταν μία εξέχουσα προσωπικότητα με εξαιρετική μόρφωση. Υπήρξε σπουδαίος εκκλησιαστικός άνδρας και φλογερός επαναστάτης. Δεν ήταν μία συνηθισμένη και τυχαία εκκλησταστική προσωπικότητα, αλλά οι κατήγοροί του παρέβλεψαν και αγνόησαν τελείως την εκκλησιαστική του δράση και τον παρουσίασαν μόνον ως έναν αποτυχόντα επαναστάτη εναντίον των Τούρκων.
Ο Διονύσιος πρέπει να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στους επιφανείς εκκλησιαστικούς άνδρες, καθώς και στους πρωτοπόρους και πρωταγωνιστές της ελληνικής παλιγγενεσίας, οι οποίοι προπαρασκεύασαν την απελευθέρωση της Εκκλησίας και του Γένους των Ελλήνων από την τουρκική τυραννία. Ο Διονύσιος θυσιάστηκε γι’ αυτήν.
Δυστυχώς δεν διασώθηκε κάποια αντικειμενική βιογραφία του, γι’ αυτό όσα γνωρίζομε για τη ζωή του προέρχονται μόνον από έργα εχθρών του, οι οποίοι του απέδωσαν βαριές κατηγορίες. Αυτοί ήταν ο μοναχός Μάξιμος ο Πελοποννήσιος και ο ανώνυμος συγγραφέας του «Ηπειρωτικού Χρονικού». Με τις συκοφαντίες τους σε βάρος του Διονυσίου δημιούργησαν μία παράδοση εντελώς εσφαλμένη και πολύ επιβαρυντική, η οποία αμαύρωσε τη μνήμη του εθνομάρτυρα μητροπολίτη καθώς του αποδόθηκε το χλευαστικό όνομα του «Σκυλοσόφου», το οποίο ακρίτως επαναλαμβάνεται από κάποιους, ενώ από τους συγχρόνους του απεκαλείτο «Φιλόσοφος», όπως πραγματικά ήταν και του άξιζε.
Ο Διονύσιος είχε σπουδάσει στη Βενετία και στο Πατάβιον (σημ. Πάντοβα), όπου συνηθιζόταν τότε νά μεταβαίνουν όλοι όσοι επιζητούσαν καλύτερη και περισσότερη μόρφωση και μάλιστα οι κληρικοί. Εκεί σπούδασε φιλολογία, θεολογία, φιλοσοφία, ιατρική και φυσικές επιστήμες. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε Γραμματική, Ποίηση και Λογική, ολοκληρώνοντας έτσι τον πλήρη κύκλο των μαθημάτων σύμφωνα με το πρόγραμμα που επικρατούσε τότε στις Σχολές.
Σ’ αυτή τη μεγάλη μόρφωσή του οφείλεται προφανώς και η επωνυμία του ως Φιλοσόφου. «Φιλόσοφος παρὰ πάντων ὀνομαζόμενος». Όμως ο εμπαθής Μάξιμος τον ειρωνευόταν, χαρακτηρίζοντας τον «Σκυλόσοφο», ενώ για τις ιατρικές γνώσεις του, διαστρέφοντας τα πράγματα, τον κατηγορούσε ως «Δαιμονίσιον και μάντη», ο δε συγγραφέας του «Ηπειρωτικού Χρονικού» του απέδιδε ψευδώς και την κατηγορία του «αστρολόγου και λεκανομάντη».
Μετά τις σπουδές του ο Διονύσιος διέμεινε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με σημαντικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες και απέκτησε την εκτίμηση σπουδαίων λογίων της εποχής του. Στο διάστημα αυτό εκτιμήθηκε ιδιαιτέρως από τον Πατριάρχη Ιερεμία, πρώην μητροπολίτη Λαρίσης με έδρα τα Τρίκαλα. Εν συνεχεία ο Διονύσιος τοποθετήθηκε ως πρωτοσύγκελλος στον Γαλατά, και μετά εστάλη ως έξαρχος με ειδική αποστολή στις εκκλησίες της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Πελοποννήσου.
Όπωσδήποτε στη συγκροτημένη προσωπικότητα του και στην καλή διαγωγή του προφανώς οφείλεται και η προαγωγή του στο Αρχιερατικό αξίωμα από τον Πατριάρχη Ιερεμία και την Ιερά Σύνοδο και στην εκλογή και χειροτονία του ως Μητροπολίτη Λαρίσης τό 1593.
Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Β΄ ΩΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΑΡΙΣΗΣ
Για την αρχιερατεία και την εκκλησιαστική δράση του Διονυσίου Β΄ ως Μητροπολίτου Λαρίσης υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες.
Ό Διονύσιος Β΄ έχοντας την έδρα του στα Τρίκαλα, έφερε τον τίτλο «Λαρίσης και Τρίκκης». Τα Τρίκαλα υπήρξαν έδρα των μητροπολιτών Λαρίσης από τις αρχές του 14ου αιώνα έως το 1739.
Ο Διονύσιος Β΄ ως Μητροπολίτης Λαρίσης-Τρίκκης άσκησε με ζήλο τα αρχιερατικά και ποιμαντικά του καθήκοντα οκτώ χρόνια (1593-1601). Το τυραννικό όμως καθεστώς των Τούρκων, όπως οι υπερβολικοί φόροι και οι σκληρές καταπιέσεις τού ενέβαλαν την ιδέα της εξεγέρσεως εναντίον τους. Οι οικονομικές δυσπραγίες τον ανάγκασαν να μην αποδίδει την «πατριαρχικήν ζητείαν τε και βοήθειαν» προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως όφειλε. Επίσης δεν απέδιδε το χαράτσι προς τον Σουλτάνο. Και παρά τα αποσταλέντα αλλεπάλληλα σχετικά Πατριαρχιακά και Συνοδικά γράμματα και τους απεσταλμένους πατριαρχικούς εξάρχους και τις επιτιμήσεις για την είσπραξή τους, συνέχισε την ίδια τακτική.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Εκτός από την άσκηση των εκκλησιαστικών-ποιμαντικών καθηκόντων του, ο Διονύσιος πρωτοστάτησε σε δύο εξεγέρσεις, μία στη Δυτική Θεσσαλία το 1600-1601, και μία στην Ήπειρο το 1611, για την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό, τεθείς μάλιστα επικεφαλής αυτών, την αποτυχία των οποίων πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή.
Οι δύο αυτές επαναστάσεις του Διονυσίου κατέχουν σπουδαία θέση ανάμεσα στα απελευθερωτικά κινήματα που εκδηλώθηκαν στην Ελλάδα στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, είναι μάλιστα από τις πρώτες.
Δεν έχουν έρθει στο φως πολλά στοιχεία για την προετοιμασία της πρώτης. Πρέπει όμως να δεχτούμε ότι ο Διονύσιος είχε επαφές με τους κλεφταρματολούς της Πίνδου και ίσως και με κάποια δύναμη της Ευρώπης, πιθανόν την Βενετία. Η εξέγερση του Διονυσίου στην Θεσσαλία δεν είναι άσχετη με μια εξέγερση που εκδηλώθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου στην Αλβανία και είχε υποκινηθεί από τους Βενετούς, αλλά απέτυχε και αυτή όπως και στην Θεσσαλία. Ο Διονύσιος Β΄ ήταν πολύ ενθουσιώδης και πίστευε ότι ήταν θέλημα του Θεού να απελευθερωθεί το Γένος των Ελλήνων.
Η επανάσταση στη Δυτική Θεσσαλία, χωρίς καλή προετοιμασία, έγινε μετά τις 15 Νοεμβρίου 1600 και απέτυχε. Οι Τούρκοι εκδικήθηκαν σκληρά σκοτώνοντας πολλούς Χριστιανούς και ανάμεσά τους πολλούς κληρικούς. Μεταξύ των τελευταίων και τον επίσκοπο Νεοχωρίου και Φαναρίου Σεραφείμ, ο οποίος είχε υποστηρίξει το κίνημα του Διονυσίου. Ο Σεραφείμ, αφού αιχμαλωτίστηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1600 και πιέστηκε, αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και υπέστη κατόπιν μαρτυρικό θάνατο. Το κομμένο κεφάλι του εκτέθηκε σε δημόσια θέα στα Τρίκαλα
Ο Διονύσιος κατόρθωσε αυτή την φορά να σωθεί και να δραπετεύσει στην Ιταλία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον καθαίρεσε με πράξη που είχε χρονολογία 15 Μαρτίου 1601, ως «τολμηρῶς τε καὶ ἀλογίστως ἀποστασίαν μελετήσας κατὰ τῆς βασιλείας τοῦ πολυχρονίου βασιλέως σουλτὰν Μεχμὲτ καὶ πολλὰ τῶν ἀτόπων διανοηθείς». Έτσι άδοξα έληξε το πρώτο επαναστατικό κίνημα στην Θεσσαλία.
Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι ο Διονύσιος πίστευε στις τότε λαϊκές παραδόσεις και τους χρησμούς για γρήγορη κατάλυση της τουρκικής τυραννίας και την απελευθέρωση των Ελλήνων. Έτσι και σε συνδυασμό με την διαδιδόμενη τότε τάχα προφητεία ότι «Τρίκκη Βυζάντιον ανακτήσει», πίστεψε ότι αυτή θα εκπληρωνόταν από αυτόν. Ίσως ακόμα να πίστευε ότι η μεγάλη χριστιανική ορθόδοξη αυτοκρατορία, η Ρωσία, θα εκινείτο εναντίον των Τούρκων, μια πίστη που διέκρινε πολλούς Έλληνες κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης Τουρκοκρατίας. Σε συνδυασμό μάλιστα με την καταστροφή του τουρκικού στόλου στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), οι ελπίδες των Ελλήνων αναπτερώθηκαν και άρχισαν σιγά σιγά να εκδηλώνονται επαναστάσεις σε διάφορες περιοχές, αλλά χωρίς επιτυχίες και με τραγικές συνέπειες για τους Έλληνες. Μέσα σ’ αυτό το επαναστατικό κλίμα έγινε και η πρώτη επανάσταση του Διονυσίου Β΄ με ορμητήριο τα Τρίκαλα.
Το Πατριαρχείο ήταν υποχρεωμένο νσ λαμβάνει ανάλογα μέτρα· τους αρχιερείς και κληρικούς τους καθαιρούσε, τους δε λαϊκούς τους αφόριζε. Από το «Ὑπόμνημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου Θεωνᾶ εἰς Μητροπολίτην Λαρίσης, ἐπὶ διαδοχῆ τοῦ ἐκπώτου γενομένου Διονυσίου» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο συντάχθηκε στις 11 Μαΐου 1601, ένα εξάμηνο μετά την εγκατάλειψη της θέσεως του Διονυσίου και επί Πατριάρχου Ματθαίου Β΄ του εκ Κλεινοβού Καλαμπάκας καταγομένου (δεύτερη πατριαρχία 1598-1602), μαρτυρείται ότι δέν πρόκειται για καθαίρεση του Διονυσίου αλλά για έκπτωση από τον θρόνο του, α) επειδή δεν απέστελλε την «Πατριαρχικὴν ζητείαν τε καὶ βοήθειαν» και κατακρατούσε και τα δικαιώματα των άλλων επισκοπών, παρά τις επιτιμήσεις, παραινέσεις και αποστολές απεσταλμένων του Πατριαρχείου, και β) γιά τήν «τολμηρῶς τε καὶ ἀλογίστως ἀποστασίαν μελετήσας κατὰ τῆς βασιλείας τοῦ πολυχρονίου βασιλέως σουλτάν Μεχμέτ καὶ πολλὰ ἀτόπων διανοηθείς», ήτοι γιά τήν άρνηση αποδόσεως τού κεφαλικού φόρου τού χαρατσίου και γ) γιατί «ἀπέδρα εἰς τόπους ἀλλοτρίους... καὶ ἀδυνάτως ἔχει ἐπανελθεῖν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην...», δηλαδή επειδή εγκατέλειψε την Μητρόπολή του και κατέφυγε σε άλλες χώρες.
Κατά την δεύτερη επανάστασή του στην Ήπειρο, ο Διονύσιος, εβδημοκοντούτης, επικεφαλής φάλαγγος 700-800 ανδρών, χωρικών κυρίως, και εφοδιασμένους με ανεπαρκή οπλισμό στις 10 προς 11 Σεπτεμβρίου (Σάββατο πρός Κυριακή ή Τρίτη πρός Τετάρτη) του 1611 επιτέθηκε εναντίον τών Ιωαννίνων και, αφού κατέλαβε το Διοικητήριο, το κατέκαυσε. Ο Διοικητής του Οσμάν πασάς με τη σύζυγό του μόλις πρόλαβαν να διασωθούν. Οι Τούρκοι όμως, μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό τους, ανασυντάχθηκαν την επόμενη ημέρα και εξοπλἰστηκαν καλύτερα. Μετά επιτέθηκαν και συνέτριψαν τους σχεδόν άοπλους χωρικούς.
Ό Διονύσιος κατέφυγε σέ ένα σπήλαιο του ναού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, όπου κρύφτηκε επί τρεις ημέρες, γι’ αυτό από τότε αποκαλείται «Σπηλιά του Σκυλοσόφου». Το κρυσφύγετό του προδόθηκε και συνελήφθη. Το τέλος του είναι γνωστό. Ο Διονύσιος γδάρθηκε ζωντανός και απεβίωσε, το κεφάλι του μαζί με άλλα 250 στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη ενώ το δέρμα του το γέμισαν με άχυρο και το περιέφεραν από πόλη σε πόλη μέχρι την Κωνσταντινούπολη στις 12 ή 13 Σεπτεμβρίου. Όσοι επαναστάτες συνελήφθηκαν, θανατώθηκαν, άλλους τους πήραν ως αιχμαλώτους, ενώ άλλοι αναγκάσθηκαν να αλλαξοπιστήσουν για να σωθούν. Όσοι διέφυγαν τη σύλληψη διασκορπίσθηκαν στα βουνά. Σύμφωνα με το «Ηπειρωτικό Χρονικό», οι συλληφθέντες ή παραδοθέντες επαναστάτες ή σουβλίσθηκαν ή κάηκαν ή κρεμάστηκαν.
Τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνει και Ενετική Έκθεση, με ημερομηνία 10 Όκτωβρίου 1611. Αναφέρει σχετικά: «Ο αρχιεπίσκοπος Λαρίσης Διονύσιος ό Φιλόσοφος μέ έναν άλλον Λάμπου, γραμματέα τού Οσμάν πασά και έναν άλλο Δελή-Γιώργον γραμματέα κάποιου Τούρκου... ένωθέντες μετά 700-800 περίπου Αλβανών επήγαν να δολοφονήσουν τον Πασάν εις τό σπίτι του... Ο Πασάς έστειλε 250 κεφάλια στην Κων/πολη». Για τον Διονύσιο αναφέρει «μετέφεραν τον καλόγηρον εις την πλατείαν, αφού έγέμισε το δέρμα με άχυρα, τον περιέφερεν ανά τήν πόλιν υπό τους ήχους Τζουρνάδων και Ταμπούρλων, παρουσιάζων αυτόν ως έπαναστάτην και προδότην...». Τέτοιο άδοξο και θλιβερό τέλος είχε και η Επανάσταση του Διονυσίου στην Ήπειρο.
Η προσωπικότητα και η όλη δράση του, από όσα μάς είναι γνωστά, καταδεικνύει ότι ο Μητροπολίτης Λαρίσης-Τρίκκης Διονύσιος ήταν ένας αγνός και ενθουσιώδης πατριώτης, ένας οραματιστής και ονειροπόλος Ιεράρχης χωρίς ρεαλιστικότητα, εύπιστος μέχρι αφελείας αλλά συγχρόνως και ένας πολύ τολμηρός αγωνιστής μέχρι αυτοθυσίας. Είναι ίσως ο πρώτος στη χορεία των πολλών ιερωμένων που μαρτύρησαν για την ελευθερία των Ελλήνων.
Εάν δεν υπήρχαν τέτοιοι Ιεράρχες και γενικά Ιερωμένοι και ηγέτες απελευθερωτικών κινημάτων, ίσως να ήμασταν ακόμα υπόδουλοι στους Τούρκους.
Και επειδή και οι δύο επαναστάσεις του Διονυσίου είχαν σημειώσει οικτρή αποτυχία, είχαν ως συνέπεια, όπως έγραψε ο καθηγητής Χρίστος Κρικώνης, πρώτον να αμαυρωθεί η μνήμη του και να του αποδοθούν φοβερές και άδικες κατηγορίες, και δεύτερον να αγνοηθεί σχεδόν τελείως η εκκλησιαστική του δράση και να παραδοθεί στη λήθη, παραμένοντας έτσι άγνωστη και προβληματική.
Τα Τρίκαλα ετίμησαν την μνήμη του επαναστάτη ιεράρχη τους με τον στήσιμο της μαρμάρινης προτομής του στην πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως (πρώην Κιτριλάκη). Αυτή φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Κλέαρχο Λουκόπουλο το 1947 με πρωτοβουλία του λόγιου γυμνασιάρχη Γεωργίου Παπαγεωργίου-Εράλδυ, με έσοδα μιας μαθητικής θεατρικής παραστάσεως αρχαίου δράματος. Αρχικά η προτομή είχε στηθεί στην πλατεία Μητροπόλεως τον Ιανουάριο του 1948 και αργότερα στην σημερινή της θέση.
Νομών Τρικάλων και Ιωαννίνων, 12-9-2026)
Του Δρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α. ΝΗΜΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν οριστικά τη Θεσσαλία το 1393, ήτοι 61 χρόνια πριν από την κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως (1454), την δε Ήπειρο το 1430.
Οι νέοι κατακτητές για να εδραιώσουν την κατοχή τους στην Θεσσαλία προέβησαν σε συστηματικούς εποικισμούς σ’ αυτή. Με την πάροδο όμως του χρόνου οι Έλληνες αρχίζουν να προβάλλουν σοβαρή αντίσταση στον κατακτητή. Αυτό γίνεται κυρίως στην Δυτική Ελλάδα (Πίνδος, Άγραφα, Βάλτος) όπου η διαμόρφωση του εδάφους προσφέρεται γι’ αυτόν τον σκοπό. Οι περιοχές αυτές με τα ψηλά και δυσπρόσιτα βουνά τους γίνονται το καταφύγιο των ανυπότακτων Ελλήνων και το κέντρο αντιστάσεως των κατοίκων της Θεσσαλίας εναντίον των κατακτητών της.
Στη διάρκεια της 500χρονης περίπου Τουρκοκρατίας εκδηλώθηκαν αρκετά επανασταστικά κινήματα. Το πρώτο χρονολογικά ήταν του μητροπολίτη Λαρίσης-Τρίκκης Διονυσίου Β΄ του επονομαζόμενου Φιλοσόφου. Περί αυτού θα γίνει αναφορά παρακάτω. Τα άλλα ήταν η συμμετοχή των Τρικαλινών στα Ορλωφικά το 1770, η επανάσταση των Βλαχαβαίων στα Χάσια το 1808, η συμμετοχή στην Επανάσταση του 1821 με κέντρο δράσης κυρίως στην περιοχή του Ασπροποτάμου (1821-1824) με κύριους πρωταγωνιστές τον αρματολό Νικόλαο Στορνάρη, τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο, τον Γρηγόρη Λιακατά και τον Αθανάσιο Μάνταλο που επαναστάτησε στα Χάσια. Αλλά και η περιοχή των Αγράφων επαναστάτησε. Μετά την αποτυχία στη Θεσσαλία οι Τρικαλινοί αγωνιστές συνέχισαν τον αγώνα στην νότια Ελλάδα, Μεσολόγγι, Ντολμά, Νιόκαστρο Πυλίας, Ζεμενό και Πέτρα Βοιωτίας.
Με την λήξη της Επαναστάσεως και την δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η Θεσσαλία και η Ήπειρος έμειναν εκτός αυτού. Για να ελευθερωθούν χρειάστηκαν και άλλοι αγώνες. Έτσι έχουμε την εξέγερση του 1854 με τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο να φτάνει ελευθερωτής ως την Καλαμπάκα, άλλη μια εξέγερση το 1867 και την επανάσταση του 1878, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την συνθήκη του Βερολίνου (1878) με την οποία η Θεσσαλία και ένα τμήμα της περιοχής Άρτας ενσωματώθηκαν τελικά στην Ελλάδα το 1881. Η περιοχή Ελασσόνας, η υπόλοιπη Ήπειρος, η Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου απελευθερώθηκαν με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13.
Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, για μεγάλο διάστημα, τα Τρίκαλα υπήρξαν το διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της Θεσσαλίας αλλά και μιας ευρύτερης περιοχής. Ήταν έδρα του σαντζάκμπεη Τρικάλων και των μητροπολιτών Λαρίσης. Έτσι η Επισκοπή Τρίκκης ταυτίστηκε με την Μητρόπολη Λαρίσης, οι μητροπολίτες της οποίας ήταν συγχρόνως και επίσκοποι Τρίκκης. Ένας από αυτούς ήταν ο Διονύσιος Β΄ ο Φιλόσοφος.
ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Ο Διονύσιος καταγόταν μάλλον από πλούσια οικογένεια, αλλά δεν είναι γνωστό πού γεννήθηκε (πιθανόν στα μέρη της Παραμυθίας το 1541). Μερικές πληροφοιρίες έχουμε από την «Βιογραφία του νεομάρτυρα Σεραφείμ, αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου», γραμμένη από τον Αναστάσιο Γόρδιο, καθώς και από την επίσημη πράξη του Οικουμενικού Πατριάρχη με την οποία αποκήρυξε (το 1601) τον Διονύσιο Β΄ ως μητροπολίτη Λαρίσης, για την επανάστασή του εναντίον τών Τούρκων και κυρίως για την εγκατάλειψη της θέσεώς του και τη φυγή του στή Δύση, όπου μετέβη για να συνεννοηθεί με δυτικές Δυνάμεις με σκοπό την καλύτερη προετοιμασία της επαναστάσεως στην Ήπειρο.
Κάποιες πληροφορίες για την καταγωγή του Διονυσίου μπορούν ίσως να εξαχθούν από μια μελέτη του μητροπολίτη Παραμυθίας Αθηναγόρα με τίτλο «Ο Λαρίσης Διονύσιος ὁ Σκυλόσοφος» που δημοσιεύθηκε στα Ηπειρωτικά Χρονικά, 6 (1931) 11-16. Γράφει ο Αθηναγόρας: «Ἡμεῖς κατὰ συνθήκην ἐδέχθημεν μετ’ ἄλλων, ὅτι ὁ Λαρίσης Διονύσιος ἦν Ἠπειρώτης καταγόμενος μάλιστα ἐκ Παραμυθίας, καὶ διότι οὗτος ἦν ἀδελφὸς τῆς Μονῆς ἁγίου Δημητρίου Δυχούνη, δίωρον τῆς Παραμυθίας ἀπεχούσης, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον διότι ὡς στάδιον τῆς δευτέρας ἐπαναστατικής αὐτοῦ δράσεως ἐξελέξατο τὴν Ἤπειρον».
Όμως προχωρώντας στους συλλογισμούς του ο Αθηναγόρας καταλήγει: «...δὲν θὰ ἁμάρτη τις, ἂν καὶ τὸν Λαρίσης Διονύσιον τὸν Σκυλόσοφον θεωρήση ὡς καταγόμενον ἐκ μεγάλων καὶ ἐπιφανῶν οἰκογενειῶν καὶ συνδεόμενον διὰ συγγενείας πρὸς τοὺς συγχρόνους αὐτῷ Τυρνόβου Διονύσιον Ράλλην Καντακουζηνὸν καὶ Νικηφόρον Παράσχην Καντακουζηνόν. Οὕτω δὲ ὁ κατὰ τὸ 1582 [...] ἢ [...] τὸ 1592 [...] Μέγας Ἀρχιδιάκονος Διονύσιος Ράλλης νὰ εἶναι ὁ ἐθνομάρτυς Διονύσιος ὁ Σκυλόσοφος. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Διονύσιος ὁ Σκυλόσοφος κατήγετο ἐκ Ράλληδων καὶ Καντακουζηνών, φυσικῶς δὲν θὰ εἶχε πατρίδα τὴν Ἤπειρον, ὅπου οὐδέποτε συνηντήσαμε ἀπογόνους τῶν Βυζαντινῶν τούτων οἰκογενειῶν. Τότε πατρίς του θὰ ἦτο ἡ Κωνσταντινούπολις ἢ ἡ Ἀγχίαλος ἢ καὶ αὐτὴ ἡ Τρίκκη». Κατά τον καθηγητή Χρ. Κρικώνη ο Διονύσιος καταγόταν «ἐκ πλουσίας καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογενείας», εκ Τρίκκης ή έστω εκ Δυτικής Θεσσαλίας με πιθανόν τόπο το χωριό Φανάρ-Μαγούλα. Προς το παρόν οι απόψεις αυτές δεν επιβεβαιώνται.
Στα έργα που γράφτηκαν για τον Διονύσιο δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για τη ζωή του , παρά μόνο έντονες κατηγορίες και χυδαίες ύβρεις για τη συμμετοχή του στις αποτυχούσες επαναστάσεις. Ειδικότερα ο εμπαθής κατήγορός του μοναχός Μάξιμος γράφει: «οὐ γὰρ ἀνέχομαι γένος αὐτοῦ καὶ πατρίδα καὶ τἆλλα εἰπεῖν πολλῶν ἕνεκεν».
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ
Ο Διονύσιος ήταν μία εξέχουσα προσωπικότητα με εξαιρετική μόρφωση. Υπήρξε σπουδαίος εκκλησιαστικός άνδρας και φλογερός επαναστάτης. Δεν ήταν μία συνηθισμένη και τυχαία εκκλησταστική προσωπικότητα, αλλά οι κατήγοροί του παρέβλεψαν και αγνόησαν τελείως την εκκλησιαστική του δράση και τον παρουσίασαν μόνον ως έναν αποτυχόντα επαναστάτη εναντίον των Τούρκων.
Ο Διονύσιος πρέπει να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στους επιφανείς εκκλησιαστικούς άνδρες, καθώς και στους πρωτοπόρους και πρωταγωνιστές της ελληνικής παλιγγενεσίας, οι οποίοι προπαρασκεύασαν την απελευθέρωση της Εκκλησίας και του Γένους των Ελλήνων από την τουρκική τυραννία. Ο Διονύσιος θυσιάστηκε γι’ αυτήν.
Δυστυχώς δεν διασώθηκε κάποια αντικειμενική βιογραφία του, γι’ αυτό όσα γνωρίζομε για τη ζωή του προέρχονται μόνον από έργα εχθρών του, οι οποίοι του απέδωσαν βαριές κατηγορίες. Αυτοί ήταν ο μοναχός Μάξιμος ο Πελοποννήσιος και ο ανώνυμος συγγραφέας του «Ηπειρωτικού Χρονικού». Με τις συκοφαντίες τους σε βάρος του Διονυσίου δημιούργησαν μία παράδοση εντελώς εσφαλμένη και πολύ επιβαρυντική, η οποία αμαύρωσε τη μνήμη του εθνομάρτυρα μητροπολίτη καθώς του αποδόθηκε το χλευαστικό όνομα του «Σκυλοσόφου», το οποίο ακρίτως επαναλαμβάνεται από κάποιους, ενώ από τους συγχρόνους του απεκαλείτο «Φιλόσοφος», όπως πραγματικά ήταν και του άξιζε.
Ο Διονύσιος είχε σπουδάσει στη Βενετία και στο Πατάβιον (σημ. Πάντοβα), όπου συνηθιζόταν τότε νά μεταβαίνουν όλοι όσοι επιζητούσαν καλύτερη και περισσότερη μόρφωση και μάλιστα οι κληρικοί. Εκεί σπούδασε φιλολογία, θεολογία, φιλοσοφία, ιατρική και φυσικές επιστήμες. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε Γραμματική, Ποίηση και Λογική, ολοκληρώνοντας έτσι τον πλήρη κύκλο των μαθημάτων σύμφωνα με το πρόγραμμα που επικρατούσε τότε στις Σχολές.
Σ’ αυτή τη μεγάλη μόρφωσή του οφείλεται προφανώς και η επωνυμία του ως Φιλοσόφου. «Φιλόσοφος παρὰ πάντων ὀνομαζόμενος». Όμως ο εμπαθής Μάξιμος τον ειρωνευόταν, χαρακτηρίζοντας τον «Σκυλόσοφο», ενώ για τις ιατρικές γνώσεις του, διαστρέφοντας τα πράγματα, τον κατηγορούσε ως «Δαιμονίσιον και μάντη», ο δε συγγραφέας του «Ηπειρωτικού Χρονικού» του απέδιδε ψευδώς και την κατηγορία του «αστρολόγου και λεκανομάντη».
Μετά τις σπουδές του ο Διονύσιος διέμεινε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με σημαντικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες και απέκτησε την εκτίμηση σπουδαίων λογίων της εποχής του. Στο διάστημα αυτό εκτιμήθηκε ιδιαιτέρως από τον Πατριάρχη Ιερεμία, πρώην μητροπολίτη Λαρίσης με έδρα τα Τρίκαλα. Εν συνεχεία ο Διονύσιος τοποθετήθηκε ως πρωτοσύγκελλος στον Γαλατά, και μετά εστάλη ως έξαρχος με ειδική αποστολή στις εκκλησίες της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Πελοποννήσου.
Όπωσδήποτε στη συγκροτημένη προσωπικότητα του και στην καλή διαγωγή του προφανώς οφείλεται και η προαγωγή του στο Αρχιερατικό αξίωμα από τον Πατριάρχη Ιερεμία και την Ιερά Σύνοδο και στην εκλογή και χειροτονία του ως Μητροπολίτη Λαρίσης τό 1593.
Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Β΄ ΩΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΑΡΙΣΗΣ
Για την αρχιερατεία και την εκκλησιαστική δράση του Διονυσίου Β΄ ως Μητροπολίτου Λαρίσης υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες.
Ό Διονύσιος Β΄ έχοντας την έδρα του στα Τρίκαλα, έφερε τον τίτλο «Λαρίσης και Τρίκκης». Τα Τρίκαλα υπήρξαν έδρα των μητροπολιτών Λαρίσης από τις αρχές του 14ου αιώνα έως το 1739.
Ο Διονύσιος Β΄ ως Μητροπολίτης Λαρίσης-Τρίκκης άσκησε με ζήλο τα αρχιερατικά και ποιμαντικά του καθήκοντα οκτώ χρόνια (1593-1601). Το τυραννικό όμως καθεστώς των Τούρκων, όπως οι υπερβολικοί φόροι και οι σκληρές καταπιέσεις τού ενέβαλαν την ιδέα της εξεγέρσεως εναντίον τους. Οι οικονομικές δυσπραγίες τον ανάγκασαν να μην αποδίδει την «πατριαρχικήν ζητείαν τε και βοήθειαν» προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως όφειλε. Επίσης δεν απέδιδε το χαράτσι προς τον Σουλτάνο. Και παρά τα αποσταλέντα αλλεπάλληλα σχετικά Πατριαρχιακά και Συνοδικά γράμματα και τους απεσταλμένους πατριαρχικούς εξάρχους και τις επιτιμήσεις για την είσπραξή τους, συνέχισε την ίδια τακτική.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Εκτός από την άσκηση των εκκλησιαστικών-ποιμαντικών καθηκόντων του, ο Διονύσιος πρωτοστάτησε σε δύο εξεγέρσεις, μία στη Δυτική Θεσσαλία το 1600-1601, και μία στην Ήπειρο το 1611, για την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό, τεθείς μάλιστα επικεφαλής αυτών, την αποτυχία των οποίων πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή.
Οι δύο αυτές επαναστάσεις του Διονυσίου κατέχουν σπουδαία θέση ανάμεσα στα απελευθερωτικά κινήματα που εκδηλώθηκαν στην Ελλάδα στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, είναι μάλιστα από τις πρώτες.
Δεν έχουν έρθει στο φως πολλά στοιχεία για την προετοιμασία της πρώτης. Πρέπει όμως να δεχτούμε ότι ο Διονύσιος είχε επαφές με τους κλεφταρματολούς της Πίνδου και ίσως και με κάποια δύναμη της Ευρώπης, πιθανόν την Βενετία. Η εξέγερση του Διονυσίου στην Θεσσαλία δεν είναι άσχετη με μια εξέγερση που εκδηλώθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου στην Αλβανία και είχε υποκινηθεί από τους Βενετούς, αλλά απέτυχε και αυτή όπως και στην Θεσσαλία. Ο Διονύσιος Β΄ ήταν πολύ ενθουσιώδης και πίστευε ότι ήταν θέλημα του Θεού να απελευθερωθεί το Γένος των Ελλήνων.
Η επανάσταση στη Δυτική Θεσσαλία, χωρίς καλή προετοιμασία, έγινε μετά τις 15 Νοεμβρίου 1600 και απέτυχε. Οι Τούρκοι εκδικήθηκαν σκληρά σκοτώνοντας πολλούς Χριστιανούς και ανάμεσά τους πολλούς κληρικούς. Μεταξύ των τελευταίων και τον επίσκοπο Νεοχωρίου και Φαναρίου Σεραφείμ, ο οποίος είχε υποστηρίξει το κίνημα του Διονυσίου. Ο Σεραφείμ, αφού αιχμαλωτίστηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1600 και πιέστηκε, αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και υπέστη κατόπιν μαρτυρικό θάνατο. Το κομμένο κεφάλι του εκτέθηκε σε δημόσια θέα στα Τρίκαλα
Ο Διονύσιος κατόρθωσε αυτή την φορά να σωθεί και να δραπετεύσει στην Ιταλία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον καθαίρεσε με πράξη που είχε χρονολογία 15 Μαρτίου 1601, ως «τολμηρῶς τε καὶ ἀλογίστως ἀποστασίαν μελετήσας κατὰ τῆς βασιλείας τοῦ πολυχρονίου βασιλέως σουλτὰν Μεχμὲτ καὶ πολλὰ τῶν ἀτόπων διανοηθείς». Έτσι άδοξα έληξε το πρώτο επαναστατικό κίνημα στην Θεσσαλία.
Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι ο Διονύσιος πίστευε στις τότε λαϊκές παραδόσεις και τους χρησμούς για γρήγορη κατάλυση της τουρκικής τυραννίας και την απελευθέρωση των Ελλήνων. Έτσι και σε συνδυασμό με την διαδιδόμενη τότε τάχα προφητεία ότι «Τρίκκη Βυζάντιον ανακτήσει», πίστεψε ότι αυτή θα εκπληρωνόταν από αυτόν. Ίσως ακόμα να πίστευε ότι η μεγάλη χριστιανική ορθόδοξη αυτοκρατορία, η Ρωσία, θα εκινείτο εναντίον των Τούρκων, μια πίστη που διέκρινε πολλούς Έλληνες κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης Τουρκοκρατίας. Σε συνδυασμό μάλιστα με την καταστροφή του τουρκικού στόλου στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), οι ελπίδες των Ελλήνων αναπτερώθηκαν και άρχισαν σιγά σιγά να εκδηλώνονται επαναστάσεις σε διάφορες περιοχές, αλλά χωρίς επιτυχίες και με τραγικές συνέπειες για τους Έλληνες. Μέσα σ’ αυτό το επαναστατικό κλίμα έγινε και η πρώτη επανάσταση του Διονυσίου Β΄ με ορμητήριο τα Τρίκαλα.
Το Πατριαρχείο ήταν υποχρεωμένο νσ λαμβάνει ανάλογα μέτρα· τους αρχιερείς και κληρικούς τους καθαιρούσε, τους δε λαϊκούς τους αφόριζε. Από το «Ὑπόμνημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου Θεωνᾶ εἰς Μητροπολίτην Λαρίσης, ἐπὶ διαδοχῆ τοῦ ἐκπώτου γενομένου Διονυσίου» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο συντάχθηκε στις 11 Μαΐου 1601, ένα εξάμηνο μετά την εγκατάλειψη της θέσεως του Διονυσίου και επί Πατριάρχου Ματθαίου Β΄ του εκ Κλεινοβού Καλαμπάκας καταγομένου (δεύτερη πατριαρχία 1598-1602), μαρτυρείται ότι δέν πρόκειται για καθαίρεση του Διονυσίου αλλά για έκπτωση από τον θρόνο του, α) επειδή δεν απέστελλε την «Πατριαρχικὴν ζητείαν τε καὶ βοήθειαν» και κατακρατούσε και τα δικαιώματα των άλλων επισκοπών, παρά τις επιτιμήσεις, παραινέσεις και αποστολές απεσταλμένων του Πατριαρχείου, και β) γιά τήν «τολμηρῶς τε καὶ ἀλογίστως ἀποστασίαν μελετήσας κατὰ τῆς βασιλείας τοῦ πολυχρονίου βασιλέως σουλτάν Μεχμέτ καὶ πολλὰ ἀτόπων διανοηθείς», ήτοι γιά τήν άρνηση αποδόσεως τού κεφαλικού φόρου τού χαρατσίου και γ) γιατί «ἀπέδρα εἰς τόπους ἀλλοτρίους... καὶ ἀδυνάτως ἔχει ἐπανελθεῖν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην...», δηλαδή επειδή εγκατέλειψε την Μητρόπολή του και κατέφυγε σε άλλες χώρες.
Κατά την δεύτερη επανάστασή του στην Ήπειρο, ο Διονύσιος, εβδημοκοντούτης, επικεφαλής φάλαγγος 700-800 ανδρών, χωρικών κυρίως, και εφοδιασμένους με ανεπαρκή οπλισμό στις 10 προς 11 Σεπτεμβρίου (Σάββατο πρός Κυριακή ή Τρίτη πρός Τετάρτη) του 1611 επιτέθηκε εναντίον τών Ιωαννίνων και, αφού κατέλαβε το Διοικητήριο, το κατέκαυσε. Ο Διοικητής του Οσμάν πασάς με τη σύζυγό του μόλις πρόλαβαν να διασωθούν. Οι Τούρκοι όμως, μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό τους, ανασυντάχθηκαν την επόμενη ημέρα και εξοπλἰστηκαν καλύτερα. Μετά επιτέθηκαν και συνέτριψαν τους σχεδόν άοπλους χωρικούς.
Ό Διονύσιος κατέφυγε σέ ένα σπήλαιο του ναού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, όπου κρύφτηκε επί τρεις ημέρες, γι’ αυτό από τότε αποκαλείται «Σπηλιά του Σκυλοσόφου». Το κρυσφύγετό του προδόθηκε και συνελήφθη. Το τέλος του είναι γνωστό. Ο Διονύσιος γδάρθηκε ζωντανός και απεβίωσε, το κεφάλι του μαζί με άλλα 250 στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη ενώ το δέρμα του το γέμισαν με άχυρο και το περιέφεραν από πόλη σε πόλη μέχρι την Κωνσταντινούπολη στις 12 ή 13 Σεπτεμβρίου. Όσοι επαναστάτες συνελήφθηκαν, θανατώθηκαν, άλλους τους πήραν ως αιχμαλώτους, ενώ άλλοι αναγκάσθηκαν να αλλαξοπιστήσουν για να σωθούν. Όσοι διέφυγαν τη σύλληψη διασκορπίσθηκαν στα βουνά. Σύμφωνα με το «Ηπειρωτικό Χρονικό», οι συλληφθέντες ή παραδοθέντες επαναστάτες ή σουβλίσθηκαν ή κάηκαν ή κρεμάστηκαν.
Τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνει και Ενετική Έκθεση, με ημερομηνία 10 Όκτωβρίου 1611. Αναφέρει σχετικά: «Ο αρχιεπίσκοπος Λαρίσης Διονύσιος ό Φιλόσοφος μέ έναν άλλον Λάμπου, γραμματέα τού Οσμάν πασά και έναν άλλο Δελή-Γιώργον γραμματέα κάποιου Τούρκου... ένωθέντες μετά 700-800 περίπου Αλβανών επήγαν να δολοφονήσουν τον Πασάν εις τό σπίτι του... Ο Πασάς έστειλε 250 κεφάλια στην Κων/πολη». Για τον Διονύσιο αναφέρει «μετέφεραν τον καλόγηρον εις την πλατείαν, αφού έγέμισε το δέρμα με άχυρα, τον περιέφερεν ανά τήν πόλιν υπό τους ήχους Τζουρνάδων και Ταμπούρλων, παρουσιάζων αυτόν ως έπαναστάτην και προδότην...». Τέτοιο άδοξο και θλιβερό τέλος είχε και η Επανάσταση του Διονυσίου στην Ήπειρο.
Η προσωπικότητα και η όλη δράση του, από όσα μάς είναι γνωστά, καταδεικνύει ότι ο Μητροπολίτης Λαρίσης-Τρίκκης Διονύσιος ήταν ένας αγνός και ενθουσιώδης πατριώτης, ένας οραματιστής και ονειροπόλος Ιεράρχης χωρίς ρεαλιστικότητα, εύπιστος μέχρι αφελείας αλλά συγχρόνως και ένας πολύ τολμηρός αγωνιστής μέχρι αυτοθυσίας. Είναι ίσως ο πρώτος στη χορεία των πολλών ιερωμένων που μαρτύρησαν για την ελευθερία των Ελλήνων.
Εάν δεν υπήρχαν τέτοιοι Ιεράρχες και γενικά Ιερωμένοι και ηγέτες απελευθερωτικών κινημάτων, ίσως να ήμασταν ακόμα υπόδουλοι στους Τούρκους.
Και επειδή και οι δύο επαναστάσεις του Διονυσίου είχαν σημειώσει οικτρή αποτυχία, είχαν ως συνέπεια, όπως έγραψε ο καθηγητής Χρίστος Κρικώνης, πρώτον να αμαυρωθεί η μνήμη του και να του αποδοθούν φοβερές και άδικες κατηγορίες, και δεύτερον να αγνοηθεί σχεδόν τελείως η εκκλησιαστική του δράση και να παραδοθεί στη λήθη, παραμένοντας έτσι άγνωστη και προβληματική.
Τα Τρίκαλα ετίμησαν την μνήμη του επαναστάτη ιεράρχη τους με τον στήσιμο της μαρμάρινης προτομής του στην πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως (πρώην Κιτριλάκη). Αυτή φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Κλέαρχο Λουκόπουλο το 1947 με πρωτοβουλία του λόγιου γυμνασιάρχη Γεωργίου Παπαγεωργίου-Εράλδυ, με έσοδα μιας μαθητικής θεατρικής παραστάσεως αρχαίου δράματος. Αρχικά η προτομή είχε στηθεί στην πλατεία Μητροπόλεως τον Ιανουάριο του 1948 και αργότερα στην σημερινή της θέση.




Επιστροφή








