Χρησιμοποιεί σκληρούς όρους και αφήνει αιχμηρά υπονοούμενα, αλλά μοιάζει να θέλει να «κλείσει τα βιβλία» μαζί του. [1]
Του Αντώνη Αντωνάκου
Αντιθέτως, είναι το πάθος και η ένταση που χαρακτηρίζουν τις αναφορές του στον Κωνσταντίνο Καραμανλή » . [2]
Ο Αλέξης Παπαχελάς, ήδη από τη δεύτερη παράγραφο του προλόγου -στον 2 ο τόμο- εντοπίζει το ” πάθος ” και την ” ένταση ” του Μητσοτάκη απέναντι στον Καραμανλή. Σε αντιδιαστολή μάλιστα με τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον Αντρέα. Δεν επιχειρεί να ερμηνεύσει τις αιτίες-πληγές από τις άλλες πηγές αυτό το ” πάθος ”. Αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Συμπεράσματα ωστόσο που εξαρτώνται από τη γνώση που έχει ο αναγνώστης για την ιστορία αλλά και από τα ερμηνευτικά του «εργαλεία». Δεν συμφωνώ με τις εκτιμήσεις που κάνει ο Α.Π. ότι: ” Ο έμπειρος πολιτικός ηγέτης ήταν πλήρως απελευθερωμένος ” και ότι μόνο που τον ενδιέφερε ήταν ” να κερδίσει τη μάχη της υστεροφημίας ”. Επίσης δεν θεωρώ συμπτωματική την αναφορά ότι οι συνεντεύξεις ” καταγράφηκαν και στην κάμερα ”. [3]
Ο Α.Π. χαρακτηρίζει τον Μητσοτάκη ως ένα πολιτικό άνδρα( statesman ) ο οποίος αναλύει ένα μέρος του χρόνου του στην ” μικροπολιτική και το παρασκήνιο ”. ” Αυτός ο τόμος αντικατοπτρίζει τις δύο όψεις του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τον απίθανο συνδυασμό ενός πολιτικού και ενός ανθρώπου που αφιέρωνε τον υπόλοιπο χρόνο του στη μικροπολιτική και το παρασκήνιο . [...] Σε αυτό το βιβλίο ο Μητσοτάκης καταθέτει με όμο και προφανώς αυστηρά υποκειμενικό τρόπο το δικό του αφήγημα για το τι άφησε πίσω του και ποιος τον πολέμησε μέχρι την τελική πτώση. Είναι ο ιστορικός του μέλλοντος που θα μπορέσει να διασταυρώσει περιγραφές και γεγονότα. Το βιβλίο αποτυπώνει τον ίδιο τον Μητσοτάκη με τα δικά του λόγια και μόνο ... ». [4] Ο Α.Π. επισημαίνει ότι ο Μητσοτάκης ” καταθέτει με όμο και προφανώς αυστηρά υποκειμενικό τρόπο το δικό του αφήγημα ” . Επίσης τονίζει, για να μην αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι ” Το βιβλίο αποτυπώνει τον ίδιο τον Μητσοτάκη με τα δικά του λόγια και μόνο ... ”. Το βιβλίο, όντως, ” αποτυπώνει τον ίδιο τον Μητσοτάκη με τα δικά του λόγια και μόνο ... ”!
Η επιχείρηση «τσάι και συμπάθεια» με στόχους ειδικών κατηγοριών ψηφοφόρων της Δεξιάς συνεχίζεται και εδώ όπως και στον πρώτο τομέα καθώς και οι επιθέσεις με στόχο την αποδόμηση της προσωπικότητάς του Καραμανλή. Αναφερόμενος στον τελευταίο λέει ” ένα κομμάτι της Δεξιάς δεν μπόρεσε ποτέ να το πάρει. Έτσι θα το 'λεγα εγώ σωστότερα. Ένα κομμάτι το οποίο εγώ χωρίς δυσκολία το πήρα όταν έγινα αρχηγός και είχα μία πληρέστερη Δεξιά . Η Δεξιά ήταν ένα καλό κομμάτι του ελληνικού λαού χωρίς καμία αμφιβολία. ". [5] Ποιο ήταν αυτό το ” καλό κομμάτι της Δεξιάς ” [6] που ο Καραμανλής δεν μπόρεσε να πάρει και το κέρδισε ή, εν πάση περιπτώσει, επιχειρεί επίμονα να κερδίσει ο Μητσοτάκης . Δεξιάς , ίσως ο Καραμανλής δεν υπήρξε ποτέ αρχηγός της, η παράταξη δεν τον ανεγνώρισε , αλλά δεν τον ανεγνώρισε βέβαια, όπως ο διάβολος το λιβάνι, να αναφερθεί στις ιδιαίτερες καταβολές αυτού του “ καλού κομματιού της Δεξιάς ”.
Αρχίζει το ματς.
Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο Παπαχελάς ξεκινά το 1 ο κεφάλαιο με την ακόλουθη παράγραφο; ” Για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη η «έρημος» της περιόδου 1974-1977 ήταν μία εξαιρετικά δύσκολη περίοδος. Είναι η περίοδος όπου μπαίνουν οι βάσεις της μεταπολίτευσης και ο ίδιος βρίσκεται εκτός πολιτικού παιχνιδιού. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είναι κυρίαρχος στο πολιτικό σκηνικό. Με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 καταργεί τη βασιλεία στην Ελλάδα 1 . Πολλά χρόνια αργότερα ο Μητσοτάκης θα προκαλέσει σάλο όταν το αποκαλέσει « unfair » («άδικο») σε μία συνέντευξη Τύπου στο Λονδίνο στις 4 Φεβρουαρίου 1988 ” [8] . Που πρέπει να επικεντρωθεί η προσοχή μας; Στην πολιτική "έρημο" που διήλθε ο Μητσοτάκης; Στην πολιτική κυριαρχία του Καραμανλή την ίδια περίοδο; Ή στη δήλωση Μητσοτάκη, για « unfair » του Καραμανλή απέναντι στον Κωνσταντίνο και στη βασιλεία, που διατυπώθηκε μια δεκαετία αργότερα; Θέλει ο Παπαχελάς, χωρίς να το διατυπώνει, να επισημάνει μια προσπάθεια προσέλκυσης των βασιλοφρόνων;
Η συνέχεια της αφήγησης ”με τα δικά του λόγια και μόνο” είναι διαφωτιστική: ”Εγώ είμαι άνθρωπος που δεν μου αρέσουν τα άδικα και από κει ξεκινά και η στάση μου απέναντι στον Κωνσταντίνο. Από δύο πράγματα, πρώτον το γεγονός ότι δεν έχω κανένα κόμπλεξ απέναντι του, διότι δεν του χρωστώ τίποτε. Υπήρξα αντίπαλός του. Όσο μπόρεσε με πολέμησε την εποχή εκείνη”[9]. Πότε ακριβώς τον ”πολέμησε”; Το ’63 όταν τα Ανάκτορα ”έδιωξαν τον Καραμανλή” -προσφέροντας την εξουσία στην Ε.Κ.- και τους έδωσαν την ”διάλυση της Βουλής με αντάλλαγμα τον έλεγχο του στρατού”; Τον πολεμούσαν όταν το alter ego του, ο Κόκκας, διαπραγματευόταν με τον Χοϊδά το μοίρασμα της εξουσίας με τα Ανάκτορα; Τον πολέμησε το ’65 όταν είχε ξεσπάσει ο ”εμφύλιος” μεταξύ των ”οπλαρχηγών” του ”Κέντρου”; Συνεχίζοντας το απογειώνει: Ήμουν αντίπαλος, αλλά δεν θέλω και το άδικο. Δεν μπορούσα να δεχτώ το γεγονός ότι γίνεται ένα δημοψήφισμα και δεν του επιτρέπεις να γυρίσει πίσω. Δεν είναι σωστό, δεν μπορούσα να δεχτώ ότι του τρως την περιουσία του, που είναι δική του. […] Αυτά τα οποία πιστεύω τα λέω και επειδή δεν μου αρέσει το άδικο συνέβη πολλές φορές να παρουσιαστώ υποστηρικτής του Κωνσταντίνου και να είμαι και υποστηρικτής του Κωνσταντίνου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είχα πολιτικά τίποτα το κοινό μαζί του. Άλλωστε ήταν γνωστό ότι εγώ ήμουν ο μόνος που ήταν σίγουρα και αποδεδειγμένα αντιβασιλικός”.[10] Αν οι διαβεβαιώσεις δεν αρκούσαν θα μπορούσε και να ορκιστεί. Ήταν ”ο μόνος που ήταν σίγουρα και αποδεδειγμένα αντιβασιλικός” αλλά… υπήρξε ένας ”έντιμος αντίπαλος” που δεν ανεχόταν το άδικο! Ως ”έντιμο αντίπαλο” ήλπιζε οι φιλοβασιλικοί ψηφοφόροι να τον ανταμείψουν!
Το ”παραμύθι” σε άλλη διάσταση.
Για να ”δέσει το γλυκό” η αφήγηση συνεχίζεται με την αδικία που υποτίθεται ότι υπέστη ο ίδιος από τον Καραμανλή. Έτσι θα υπάρξει ένα πιο έντονο ”ψυχικό δέσιμο” με τους πιστούς οπαδούς του βασιλιά. Δηλώνει ο Μητσοτάκης ”Ο Καραμανλής φέρθηκε απέναντι μου κατά τρόπον απερίγραπτο. Εγώ πάντοτε έλεγα ότι ο Καραμανλής δεν εξαπάτησε τους παλιούς πολιτικούς κατευθείαν. Τους άφηνε να ελπίζουν, τους δημιουργούσε προσδοκίες, αλλά σε κανέναν δεν είχε δώσει υπόσχεση ρητή που να μην την τηρήσει. Μαζί μου ο Καραμανλής το έκανε αυτό. Είμαι ο μόνος άνθρωπος τον οποίο ο Καραμανλής εξαπάτησε συνειδητά. […] Αποχωριστήκαμε πάντοτε σαν στενοί φίλοι και συνεργάτες. Ήταν αυτονόητο ότι εγώ ήμουν ο επιτελάρχης του Καραμανλή όλα τα χρόνια της εξορίας. […] Και ο Καραμανλής γυρίζει πίσω και δεν με κάνει υπουργό. Εντάξει. Όταν τον είδα μου είπε: “Μην το συζητήσεις, θα το κάνουμε λίγο αργότερα”.[11] Πόσο αγνώμων πρέπει να είναι ο πρωθυπουργός που δεν κάνει υπουργό τον ”επιτελάρχη” του; Ερήμην του Καραμανλή αυτοανακηρύχθηκε ”επιτελάρχης” ενός ηγέτη που, στα δεκατέσσερα χρόνια που κυβέρνησε την χώρα, δεν χρειάστηκε ποτέ επιτελάρχη.
Συνεχίζοντας το ”αφήγημα” δηλώνει: ”Ήταν αυτονόητο, δεδομένο ότι θα κατέβαινα μαζί του στις εκλογές, διότι είχα συνεργαστεί μαζί του. Είχαμε κάνει μαζί το σχέδιο, όλο το σχέδιο που εφαρμόστηκε. […] Όλα αυτά τα είχα διαπραγματευτεί εγώ για λογαριασμό του Καραμανλή. Εγώ ήξερα και ότι, περίπου, κάναμε μαζί την κυβέρνηση με τον Καραμανλή. […] Ήμουν ο στενότερος του συνεργάτης και ήταν αυτονόητο ότι θα κατέβαινα μαζί του. Και την τελευταία στιγμή δημιουργείται πρόβλημα. Ο Καραμανλής ζορίζεται, αισθάνεται ότι δεν μπορεί να με προδώσει έτσι καθαρά και αναζητεί πράγματι, ο φουκαράς, λύση. Και με φωνάζει στο σπίτι του και μου προτείνει λύση. “Επειδή” μου λέει “έχω προβλήματα με το κόμμα μου, σου προτείνω εγώ να μην κάνω συνδυασμό στα Χανιά, να κάνεις εσύ μοναχός σου συνδυασμό και φυσικά θα βγεις άμα δεν υπάρχει η ΝΔ και θα συνεργαστείς μαζί μου στην πορεία”.[12] Από μεγαλοψυχία δηλώνει ότι είχανε ”κάνει μαζί το σχέδιο”. Γιατί τι σχέδιο θα μπορούσε να κάνει ο ”φουκαράς” ο Καραμανλής χωρίς τον Μητσοτάκη. Ο ”αχάριστος” λοιπόν όχι μόνο δεν τον έκανε υπουργό το Καλοκαίρι του ’74 αλλά δεν τον έβαλε και στα ψηφοδέλτια της Ν.Δ. τον Νοέμβριο. Του πρότεινε μάλιστα, ο ”φουκαράς”, επειδή ”είχε προβλήματα με το κόμμα του” να κατέβει ανεξάρτητος. Δυό αστεία στην ίδια πρόταση. Ο Καραμανλής είχε προβλήματα με το ”κόμμα του” και η Ν.Δ. δεν θα κατέβαζε συνδυασμό στα Χανιά για να βγει ο Μητσοτάκης βουλευτής!
Φαίνεται όμως ότι ο Καραμανλής εξακολουθούσε να έχει ”προβλήματα με το κόμμα του” και η Ν.Δ. κατέβασε συνδυασμό στα Χανιά. Ο Μητσοτάκης, ως ανεξάρτητος υποψήφιος, δεν εξελέγη. Δηλώνει πικραμένος από τον Καραμανλή αλλά: ”Δεν διέκοψα πλήρως τις σχέσεις μου με τον Καραμανλή, λέγοντας στον εαυτό μου ότι είχα επενδύσει στο τέλος-τέλος πέντε χρόνια σκληρής προσπάθειας σε μία πολιτική και ένα κεφάλαιο, όντας δίπλα στον Καραμανλή στην εξορία. Δεν χρειαζόταν να το πετάξω από πείσμα. Και κατάπια το πικρόν ποτήριον και κράτησα μία στοιχειώδη επαφή μαζί του”.[13] Ήθελε να του ”κόψει την καλημέρα” αλλά ”είχε επενδύσει πέντε χρόνια” και δεν ήθελε να πάνε χαμένα από πείσμα. Όπως όλοι οι καλοί ”επενδυτές” ο Μητσοτάκης ήξερε ότι τις επενδύσεις τις αλλάζεις μόνο όταν έχεις την δυνατότητα να τοποθετήσεις το όποιο ”κεφάλαιο” σου αλλού. Αν δεν διαθέτεις εναλλακτικές, αν η ”επιλογή” σου είναι μονόδρομος, αν όλοι οι ”άλλοι δρόμοι” είναι για σένα κλειστοί, τότε ακολουθείς το ”μονόδρομο” και όπου σε βγάλει.
Ολική επαναφορά.
“Περίμενα καιρό, πολύν καιρό. Δεν είπα σε κανέναν λέξη. Δεν ήθελα κανένας να προσέξει ότι διψούσα κι ήθελα νερό. ... Κι ήρθε από πάνου η εντολή να βρέξει.” Παναγιώτης Κανελλόπουλος
Τελικά ο καιρός της πολιτικής ”ξηρασίας” τελειώνει για τον Μητσοτάκη το 1977. Ο Παπαχελάς σημειώνει: ”Από το 1974 έως το 1977 ο Μητσοτάκης διατηρεί τις επαφές του με τον «πιστό πυρήνα των ψηφοφόρων που δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. Αυτοί ήταν το σταθερό μου αποκούμπι». Βασικός του υποστηρικτής ο μεγάλος επιχειρηματίας Πρόδρομος Αθανασιάδης-Μποδοσάκης, τον οποίο γνώρισε στα πρώτα του βήματα στην πολιτική. Τρία χρόνια ακριβώς μετά τις εκλογές του 1974, ο Καραμανλής προκήρυξε πρόωρες εκλογές που έγιναν στις 20 Νοεμβρίου 1977. Αυτή τη φορά ο Μητσοτάκης αποφασίζει να διεκδικήσει την είσοδό του στη Βουλή με το Κόμμα Νεοφιλελευθέρων6 μαζί με τον βετεράνο κεντρώο πολιτικό Παύλο Βαρδινογιάννη, αδελφό του επιχειρηματία Βαρδή Βαρδινογιάννη.”.[14] Έχοντας εξασφαλίσει την συμμαχία και ενός δεύτερου κορυφαίου οικονομικού παράγοντα το κόμμα των Νεοφιλελευθέρων συγκεντρώνει 55.494 ψήφους λαμβάνοντας το 1,08% του συνόλου και εκλέγει δύο βουλευτές. Εκλέγονται οι Παύλος Βαρδινογιάννης και Κώστας Μητσοτάκης.
Στις ίδιες εκλογές η Εθνική Παράταξη του Σ. Στεφανόπουλου, δίχως το οικονομικό αβαντάζ των Νεοφιλελευθέρων, συγκεντρώνει 349.988 ψήφους(υπέρ-εξαπλάσιους από τους Νεοφιλελεύθερους) λαμβάνοντας το 6,82%του συνόλου και εκλέγει πέντε βουλευτές. Είναι σημαντικό να εκτιμήσουμε ποια τμήματα της Δεξιάς εκπροσωπούσε η Ε.Π., ποιες κατηγορίες ψηφοφόρων της ήταν δυσαρεστημένες με τον Καραμανλή. Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι, κατά κύριο λόγο, αυτοί ήταν όσοι πίστευαν ότι η Ν.Δ. μπορούσε και έπρεπε να επαναφέρει τον Κωνσταντίνο καθώς και εκείνοι που πίστευαν ότι η Ν.Δ. μπορούσε και έπρεπε να μην τιμωρήσει τους Απριλιανούς. Ίσως σε αυτούς αναφέρεται ο Μητσοτάκης όταν λέει ότι ο Καραμανλής: ”ένα κομμάτι της Δεξιάς δεν μπόρεσε ποτέ του να το πάρει. Έτσι θα το ‘λεγα εγώ σωστότερα. Ένα κομμάτι το οποίο εγώ χωρίς δυσκολία το πήρα όταν έγινα αρχηγός και είχα μία πληρέστερη Δεξιά”.[15] Ενδεχομένως σε αυτήν την ”πληρότητα” της Δεξιάς όταν αυτοανακηρύσσεται ως ο μόνος αληθινός αρχηγός της: ”Από τότε που έγινα αρχηγός της παραδοσιακής Δεξιάς, ήμουν ίσως ο μόνος αληθινός αρχηγός της. Ο Καραμανλής ποτέ δεν υπήρξε αληθινός αρχηγός της Δεξιάς, η παράταξη ποτέ δεν τον ανεγνώρισε ως αρχηγό, τον ψήφισε αλλά δεν τον ανεγνώρισε.”[16]! Σε κάθε περίπτωση αυτά είναι τα target groups στα οποία απευθύνεται επίμονα ο Κ.Μ..
Ο ”αναντικατάστατος”!
”Ο Καραμανλής δεν μπορούσε να γίνει πρόεδρος της Δημοκρατίας χωρίς τη δική μου βοήθεια. Επειδή είχα κρατήσει μαζί του ανοικτές -και μάλλον τυπικές- σχέσεις, δεν υπήρχε πρόβλημα να τον δω και να μιλήσω μαζί του. Και με κάλεσε για να τον κάνω πρόεδρο της Δημοκρατίας διότι αλλιώς δεν θα γινόταν ποτέ πρόεδρος. Αυτό ο Καραμανλής το γνώριζε καλά και το πλήρωσε με το τίμημα να με ξαναφέρει στην κυβέρνηση. Είχε βέβαια και μια άλλη υστεροβουλία γιατί από παλιά έλεγε “Εγώ από την Ένωση Κέντρου τον Μητσοτάκη θέλω, αν έλθει αυτός δεν μου χρειάζονται οι άλλοι”. Αλλά φυσικά δεν πήγαινα. Ήμουν και έμεινα κεντρώος”.[17] Δεν είναι η πρώτη και δεν θα είναι ούτε η τελευταία φορά που ο ”μόνος αληθινός αρχηγός” ο οποίος παρ’ όλα αυτά ”ήταν και έμεινε κεντρώος” αυτοανακηρύσσεται μοναδικός και αναντικατάστατος. Δεν θα μπορούσε ο Καραμανλής να γίνει πρόεδρος χωρίς αυτόν αλλά ”Είχε βέβαια και μια άλλη υστεροβουλία”, μόνο αυτόν ήθελε, τον ήθελε σαν τρελός.
Αλλά ας δούμε τα στοιχεία. Οι εκλογές έγιναν στις 20/11ου/1977 και η διεύρυνση προς την Ε.Κ. και τους Νεοφιλελεύθερους έξη μήνες μετά, τον Μάιο του 1978. Η εκλογή του προέδρου θα γινόταν δύο χρόνια μετά, τον Μάιο του 1980. Δηλαδή 18 μήνες πριν από την λήξη της θητείας της Βουλής και την διεξαγωγή εκλογών. Ποιος πιστεύει ότι θα διακινδύνευαν οι βουλευτές, -αλλά και τα κόμματα, της αντιπολίτευσης(πλην της Αριστεράς φυσικά)- την έδρα τους όταν μάλιστα η εκλογή του Π.τ.Δ. γινόταν με μυστική ψηφοφορία; Να θυμίσουμε ότι η Ε.Κ. που ήταν σε ”κάθετη πτώση” είχε 16 βουλευτές, ενώ η Ε.Π. και οι Νεοφιλελεύθεροι -που συγκυριακά είχαν λάβει το 6.85% και 1,08% αντίστοιχα- είχαν 5 και 2 έδρες αντίστοιχα. Ακόμα και το ΠΑΣΟΚ είχε κάθε λόγο να θέλει να αποφύγει τις πρόωρες εκλογές αλλά και να αποφύγει την εκλογική αντιπαράθεση Παπανδρέου-Καραμανλή. Αν αποτύγχανε η εκλογή προέδρου και προκηρύσσονταν εκλογές τον Μάιο του ’80 σίγουρα το αποτέλεσμα δεν θα είχε καμία σχέση με το αποτέλεσμα των εκλογών του Οκτωβρίου του ’81 με αντιπάλους τον Παπανδρέου και τον Ράλλη.
Αν όμως δεν έγινε για τους λόγους που ισχυρίζεται ο Μητσοτάκης η διεύρυνση τότε γιατί έγινε; Ας δούμε πάλι τα δεδομένα. Στις εκλογές τα κόμματα είχαν λάβει τα ακόλουθα ποσοστά: ΝΔ 41,84%, ΠΑΣΟΚ 25,38%, ΕΔΗΚ 11,95%, ΕΠ 6,82%, ΚΝΦ 1,08% και τα δύο κόμματα της Αριστεράς 12,08%. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ(+11,95%) λογικά προερχόταν κατά κύριο λόγο από την αποδυνάμωση της ΕΔΗΚ(-8,64%). Με δεδομένο ότι το ποσοστό της Αριστεράς(12,08%) ήταν ουσιαστικά μη διεκδικήσιμο και επίσης το γεγονός ότι λογικά οι ψηφοφόροι της ΕΠ δεν θα μετακινούντο αριστερότερα της ΝΔ, αυτοί που έμεναν διεκδικήσιμοι για την ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ήταν οι ψηφοφόροι της ΕΔΗΚ και του ΚΝΦ, εξ ου και η διεύρυνση. Παρ’ όλο που, σε κάθε περίπτωση, το 48,66% της ΔΕΞΙΑΣ(ΝΔ+ΕΠ) σε σύγκριση με το 37,33% της κεντροαριστεράς(ΠΑΣΟΚ+ΕΔΗΚ) έδινε, την Άνοιξη του ’78 ένα αίσθημα ασφάλειας στην ΝΔ. Αυτό το αίσθημα ασφάλειας ενισχυόταν με την διεύρυνση. Στόχος ήταν η πολιτική κυριαρχία και σε καμία περίπτωση η προεδρική εκλογή του 1980. Σχετικά με την ένταξη του Μητσοτάκη στην ΝΔ, στους παροικούντες της Ιερουσαλήμ κυκλοφορεί και η πληροφορία, που φαίνεται αρκετά εύλογη, ότι η αυτή έγινε κατόπιν απαίτησης του νεοφιλελεύθερου Γκένσερ, ΥΠΕΞ της Γερμανίας τότε.
Ο Μητσοτάκης ισχυρίζεται ότι ”Ο Καραμανλής ήταν πάντοτε αποφασισμένος να γίνει πρόεδρος της Δημοκρατίας και αυτό τον επηρέασε στις επιλογές που έκανε για το Σύνταγμα.”.[18] Αλλά αν ο Καραμανλής ”ήταν πάντοτε αποφασισμένος να γίνει πρόεδρος της Δημοκρατίας” προφανώς το Σύνταγμα που ψήφισε η ΝΔ το ’75 δεν θα προέβλεπε την ενισχυμένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών για την εκλογή του. Υποστηρίζει ότι ”Πρέπει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας να έχει προσωπικότητα και κύρος και για να τα έχει αυτά θα πρέπει να εκλέγεται από τον λαό. Αυτό ο Καραμανλής δεν το τόλμησε εκείνη την εποχή”[19] άποψη που είναι σεβαστή, αν όντως ήταν άποψη μη εντασσόμενη στην γενικότερη προσπάθεια αποδόμησης του Κ.Κ., αλλά απέναντι στην οποία υπάρχει πολύ σοβαρός αντίλογος αφού οδηγεί σε ένα άλλο μοντέλο πολιτειακής συγκρότησης. Το πνεύμα του Συντάγματος απαιτούσε την συνεννόηση των κομμάτων στην επιλογή μιας προσωπικότητας κοινής αποδοχής που εκκαλείτο να συμβάλει ως ρυθμιστής και εγγυητής του πολιτεύματος. Σε κάθε περίπτωση να τονίσουμε εδώ ότι ο Κ.Κ. εκλέχτηκε με 183 ψήφους, τρείς παραπάνω από όσους προέβλεπε το Σύνταγμα, πριν από την τελευταία αναθεώρηση του, επιβεβαιώνοντας ότι η ψήφος του Κ.Μ. δεν ήταν απαραίτητη και καθοριστική. Αυτό το ομολογεί και ο ίδιος δηλώνοντας ”η τάση του Καραμανλή εξαρχής ήταν αυτή, από τότε που κατέβηκε στην πολιτική […] είχε ανοιχτά κανάλια με όλους του κεντρώους. […] Επομένως, ο Καραμανλής ίσως και να έκανε ούτως ή άλλως τη διεύρυνση”.[20]
Συνεχίζοντας, με συνέπεια, την προσπάθεια αποδόμησης του Κ.Κ. ο Κ.Μ. λέει: ”…είχε κάνει το μεγάλο λάθος να φύγει από το ΝΑΤΟ. […] λέγεται, εγώ δεν το άκουσα από το στόμα του, αλλά νομίζω η πληροφορία είναι ακριβής, ότι είπε “Χάρισα το Αιγαίο στους Τούρκους”, […] πράγμα το οποίο ήταν ακριβές. Και ήθελε να ξαναγυρίσει στο ΝΑΤΟ. Αλλά δεν τολμούσε να το κάνει ο ίδιος. Και ήθελε και να παρατείνει τον χρόνο παραμονής των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα, αλλά δεν τολμούσε. Συνεπώς με ήθελε για το ΝΑΤΟ και για τις βάσεις. Γι’ αυτό ο Καραμανλής όταν με φώναξε μου ζήτησε να αναλάβω το Υπουργείο Εξωτερικών. Του είπα: “Πρόεδρε, δεν το παίρνω”.[21] Όχι μόνο τον ήθελε ο ”φουκαράς” για να τον κάνει πρόεδρο, αφού ”αλλιώς δεν θα γινόταν ποτέ πρόεδρος”, αλλά και για να διορθώσει το λάθος που είχε κάνει ”χαρίζοντας το Αιγαίο στους Τούρκους”. Τον ”παρακάλεσε” λοιπόν ν’ αναλάβει το ΥΠΕΞ αλλά εκείνος αρνήθηκε! Έτσι ανέλαβε το υπουργείο Συντονισμού αντικαθιστώντας τον Ράλλη γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις: ”Εμένα ποτέ δεν με δέχθηκε το παραδοσιακό κομμάτι της ηγεσίας των στελεχών. Όχι ο λαός, γιατί η βάση της Δεξιάς με αγκάλιασε, πολύ περισσότερο από οιονδήποτε άλλον, και από τον Καραμανλή ακόμη”! Ο μεγάλος έρωτας της βάσης της Δεξιάς.
Αλλά, παρά τις αντιδράσεις κάποιων στελεχών, αισθανόταν σαν στο σπίτι του: ”Καθόλου δεν αισθανόμουν ξένο σώμα. Κοίταξε, εγώ αισθανόμουν πάρα πολύ καλά με τους δεξιούς ψηφοφόρους. Πάρα πολύ καλά. […] Ο Καραμανλής ήταν μνησίκακος, δεν ξεχνούσε ο Καραμανλής. Τον Ανένδοτο Αγώνα, ας πούμε, εμένα ποτέ δεν μου τον συγχώρεσε. Μπορεί να τον έκανα δυο φορές πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά τον Ανένδοτο Αγώνα δεν μου τον συγχωρούσε. […] ουσιαστικά κόντρα στον Καραμανλή βγήκα αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και κράτησα για όλο το διάστημα την ηγεσία”.[22] Το ”πάθος” και η ”ένταση”, που επισημαίνει ο Παπαχελάς, εκδηλώνεται διαρκώς και αφού ο Κ.Μ. δηλώνει μη μνησίκακος υπάρχουν ανομολόγητες επιδιώξεις.
Δύο χρόνια μετά την προσχώρησή του στην ΝΔ ο Μητσοτάκης έχει αρχηγικές φιλοδοξίες. Όπως αφηγείται ο ίδιος ”Όταν επρόκειτο να εκλεγεί νέος πρωθυπουργός μετά την παραίτηση Καραμανλή και η μάχη γινόταν μεταξύ Αβέρωφ και Ράλλη, εγώ ήμουν outsider. Είχα και εγώ μερικούς οπαδούς και πήγα και είδα τον Καραμανλή και του είπα: “Πρόεδρε, θέλω τη γνώμη σου. Να βάλω υποψηφιότητα;”. Ο Καραμανλής μού λέει: “Αν βάλεις τι περιμένεις να πάρεις;”. “Επτά - οκτώ” λέω, “ίσως καμία δεκαριά”. “Κοίτα” μου λέει “δεν γίνεται κανείς αρχηγός όταν αρχίζει από επτά-οκτώ ψήφους”. Και του λέω: “Δίκιο έχεις, Πρόεδρε, δεν θα κατέβω ως υποψήφιος””.[23] Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής. Αφού είναι μόνο επτά ή οκτώ οι βουλευτές που πιστεύει ότι θα τον ψηφίσουν γιατί ρωτάει τον Καραμανλή; Τι περιμένει, τι ελπίζει; Υποστηρίζει στην συνέχεια ότι ο ίδιος βοήθησε τον Ράλλη: ”Του έδωσα επτά ψήφους. Διότι ο Αβέρωφ […] μού είπε περίπου ότι δεν θέλει να τον βοηθήσω και του είπα: “Εντάξει, θα βοηθήσω τότε τον Γιώργο”.[24] Ε, δικαιολογημένα, αφού ο Ευάγγελος δεν ήθελε τι να κάνει και αυτός βοήθησε τον Γιώργο και έγινε Υπουργός Εξωτερικών. Όχι ότι το ήθελε ο ίδιος αλλά, πήγε ”διότι ο Καραμανλής ήθελε να επανέλθει η χώρα στο ΝΑΤΟ και να παρατείνουμε την παραμονή των αμερικανικών βάσεων. Και ο ίδιος δεν ήθελε να το κάνει, δεν του πήγαινε, δεν είχε το κουράγιο. Και με έφερε εμένα γι’ αυτή τη δουλειά.”.[25] Ο ” φουκαράς” ο Καραμανλής ” δεν τολμούσε… δεν είχε το κουράγιο. Και με έφερε εμένα γι’ αυτή τη δουλειά.”, όλα από τον Μητσοτάκη τα περίμενε και ήταν και ”μνησίκακος” από πάνω. Παρ’ όλο όμως που βοήθησε τον Ράλλη και ακολούθως βοήθησε να επανέλθει η χώρα στο ΝΑΤΟ αντί για ανταμοιβή : ”Δύο μέρες προ των εκλογών -ήταν χαρακτηριστικό και αυτό, το πώς με αντιμετώπιζαν εμένα οι καραμανλικοί- με πήρε στο τηλέφωνο [ο Ράλλης], την ώρα που έκανα εκστρατεία προεκλογική, και μου είπε: “Ξέρεις, θέλω να σε ρωτήσω, μετά τις εκλογές δέχεσαι να γίνεις πρόεδρος της Βουλής;”. Του είπα: “Δεν περιμένεις, Γιώργο, να κερδίσουμε πρώτα; Και ύστερα αποφασίζουμε πού θα πάω”. Το είπα εγώ αυτό. Ο Γιώργος αργότερα το διέψευσε, αλλά δεν είχε δίκιο. Μπορεί να μην το θυμότανε”![26] Για να καταλάβουμε και εμείς οι άσχετοι τι τραβούσε ο δόλιος από τους Καραμανλικούς.
Ο ”εκλεκτός” της ακροδεξιάς.
Κάνοντας ”πιρουέτες” μεταξύ Αβέρωφ και Ράλλη, ανάμεσα στους βουλευτές της ΝΔ, ο Μητσοτάκης κερδίζει την μάχη της ηγεσίας. Βοηθά αρχικά τον Ράλλη, αφού ο Αβέρωφ αρνήθηκε την βοήθειά του, ενώ στην συνέχεια και μετά την ήττα της ΝΔ στις εκλογές του ’81 στηρίζει τον Αβέρωφ. Όταν, μετά την νέα ήττα στις ευρωεκλογές του ’84 ο Αβέρωφ παραιτείται για λόγους υγείας και ο Κ.Μ. διεκδικεί την ηγεσία. Ρωτάει τον Καραμανλή και αυτός του απαντά ”Δεν έχω αντίρρηση, μπορείς να κατεβείς ”.[27] Δίχως να παραθέσει κανένα επιχείρημα ο Μητσοτάκης δηλώνει ”Βέβαια δεν με ήθελε ο Καραμανλής”[28] αν και ομολογεί ότι ”ο Καραμανλής δεν άνοιξε το στόμα του για την εκλογή […] άλλο πράμα θα ήταν αν ο ίδιος ο Καραμανλής είχε εκφρασθεί. Δεν ξέρω ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Αυτό έκρινε την έκβαση της μάχης”.[29] Ο Μητσοτάκης κερδίζει, με 70 ψήφους έναντι 41 του Στεφανόπουλου, την ηγεσία της ΝΔ.
Για τους συντελεστές της νίκης του ο ίδιος δηλώνει ”Το πρώτο στήριγμά μου ήταν ο ίδιος ο Αβέρωφ, ο οποίος, λόγω της πίκρας που είχε και λόγω του ότι μαζί μου είχε στενά συνεργαστεί και εκτιμούσε τα προσόντα μου, με θεωρούσε καταλληλότερο για να παίξω αυτόν τον ρόλο(σ.σ. η «πίκρα» του Αβέρωφ). Με υποστήριξε ανοιχτά και αυτό μου έδωσε έναν αριθμό βουλευτών οι οποίοι ούτως ή άλλως με συμπαθούσαν. Και χωρίς τον Αβέρωφ κάποιους από αυτούς θα τους έπαιρνα. Ήταν πολύ σημαντική η υποστήριξή του. Είχα και τους φίλους μου και εργάστηκα πάρα πολύ συστηματικά για να μαζέψω ψήφους. Αφανώς όμως, χωρίς φασαρία”.[30] Τον στήριξε μεν ο Αβέρωφ ”λόγω της πίκρας που είχε” αλλά όχι και τίποτα σπουδαίο αφού ”ούτως ή άλλως τον συμπαθούσαν”. Επίσης, αν και είναι δύσκολο να κατανοηθεί από όσους δεν αντιλαμβάνονται τις ίντριγκες της ”μικροπολιτικής και του παρασκηνίου”, στις οποίες αναφέρεται ο Παπαχελάς στον πρόλογο, καθοριστικό ρόλο έπαιξε αυτό που δηλώνει ο ίδιος ”Είχα και τους φίλους μου και εργάστηκα πάρα πολύ συστηματικά για να μαζέψω ψήφους. Αφανώς όμως, χωρίς φασαρία”. Αν κάποιος περιορίζει αυτούς τους ”φίλους” αποκλειστικά στον χώρο των βουλευτών της ΝΔ ή ακόμα και ευρύτερα στον χώρο της πολιτικής κάνει μεγάλο λάθος. Να θυμίσουμε εδώ ότι, στο παρελθόν, στους σταθερούς ”φίλους”, συνοδοιπόρους και υποστηρικτές του υπήρξαν οι Π. Κόκκας και Π. Μποδοσάκης.
Ο Μητσοτάκης ισχυρίζεται ότι αντιμετώπιζε στην συνέχεια μια Καραμανλική αντιπολίτευση ”Έκτοτε ανέχθηκα την αντιπολίτευση την καραμανλική, η οποία ήταν πλέον μειοψηφία, ξεκάθαρη μειοψηφία, παραπάνω από 25% δεν ήταν. […] Ο Θανάσης ο Κανελλόπουλος υποστήριζε μία πολιτική που δεν ήταν πολιτική. Ήταν σαν τον Τσίπρα σήμερα. […] Ποτέ δεν είχαν καμιά συγκεκριμένη πρόταση όλοι αυτοί, αλλά τους ανεχόμουν. Είχα θεσμοθετήσει κατά κάποιον τρόπο την ενδοκομματική αντιπολίτευση, που ήταν η καραμανλική πτέρυγα».”[31] Πρόκειται για την απόλυτη αντιστροφή των γεγονότων. Ο ίδιος είναι εκείνος ο οποίος συστηματικά προσπάθησε, όπως θα γίνει ξεκάθαρο και στην συνέχεια ήδη από τα πρώτα του βήματα να κάνει το κόμμα ”δικό” του. Προς το παρόν να επισημάνουμε ότι εντελώς ”τυχαία και αθώα” και οι τρείς πρόεδροι της ΟΝΝΕΔ κατά την διάρκεια της εννεαετούς προεδρίας του ήταν σύντεκνοι. Οι δύο από αυτούς κατά την διάρκεια της 3ετούς διακυβέρνησής του δεν έγιναν απλώς βουλευτές αλλά ανέλαβαν και υφυπουργεία. Ο τρίτος δεν πρόλαβε αλλά τον όρισε Ευρωβουλευτή το 1984 ο Καραμανλικός Έβερτ! Αξίζει επίσης να επισημάνουμε ότι ο προερχόμενος από την ΕΔΗΚ Θανάσης Κανελλόπουλος τον οποίο κατατάσσει στην ”αντιπολίτευση την καραμανλική” δεν είχε απλώς υποστηρίξει αλλά ήταν μεταξύ των βουλευτών που είχαν υπογράψει την υποψηφιότητά του το 1984.
Ενώ όμως οι κακοί Καραμανλικοί τον πολεμούσαν και τον υπονόμευαν ο ίδιος έγινε ο λατρεμένος της βάσης ”Εμένα ποτέ δεν με δέχθηκε το παραδοσιακό κομμάτι της ηγεσίας των στελεχών. Εννοώ, όχι του λαού, γιατί εμένα με αγκάλιασε η βάση της Δεξιάς, ο λαός, πολύ περισσότερο από οιονδήποτε άλλο, και από τον Καραμανλή ακόμα”![32] Στο κάτω – κάτω τι ήταν ο Καραμανλής για την παράταξη τι της είχε προσφέρει. Μπορεί να είχε κυβερνήσει από το 1955 μέχρι που ”το Παλάτι κατέληξε τελικά να διώξει τον Καραμανλή”[33] το 1963 και εδώ που τα λέμε καλά του έκανε αφού ήταν ”παλιός σοσιαλιστής, άνθρωπος από αγροτική οικογένεια…”![34] Ο Παπαχελάς παρατηρεί ότι ήταν ”Απρόσμενη -αλλά ευεξήγητη- ήταν η στήριξη από ένα κομμάτι της συντηρητικής παράταξης με το οποίο δεν είχε ιδιαίτερη ιδεολογική συγγένεια”[35] αλλά δεν έχει δίκιο. Για όποιον έζησε το κλίμα και γνώρισε τις αιτίες της πόλωσης της δεκαετίας του ’80 δεν ήταν καθόλου ανεξήγητη η στήριξη και ο φανατισμός. Να σημειώσουμε ότι σε αυτό το κλίμα οφείλεται και η μεγάλη ενδυνάμωση της ΟΝΝΕΔ, των κομματικών οργανώσεων και του συνδικαλιστικού τμήματος ήδη επί Αβέρωφ.
Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό ”ευεξήγητη”, του Παπαχελά, για την στήριξη κυρίως από την ”ακροδεξιά” πτέρυγα του Κ.Μ., ένα μόνο μέρος οφείλεται στον φανατισμό ως αντίδραση στην δράση και την ρητορική του ΠΑΣΟΚ. Σε σημαντικό βαθμό όπως αναλύθηκε και θα τεκμηριωθεί περαιτέρω και στην συνέχεια οφείλεται στην έντεχνη καλλιέργεια του αισθήματος του κοινού ”εχθρού” στο πρόσωπο ενός πολιτικού που ”αδίκησε” τον Κωνσταντίνο, που ”είχε μίσος εναντίον του βασιλέα” και ”ήθελε να του βγάλει το μάτι”, που φυλάκισε τους Απριλιανούς. Ενός πολιτικού που ήταν ύποπτος για ”ημιαριστερές” και ”σοσιαλιστικές” αποκλίσεις. Λογικά σε αυτούς τους λόγους, τους οποίους ο Κ.Μ. καλλιεργεί και προβάλει, οφείλεται η διαπίστωση, πάντα σύμφωνα με τον ίδιο, ότι τον αγκάλιασε κυρίως η Ακροδεξιά: ”Ιδίως με αγκάλιασε εκείνο που ονομάστηκε στη συνέχεια ή και ονομαζόταν τότε Ακροδεξιά”!!![36]
Η αρχή των εκκαθαρίσεων.
Ο Μητσοτάκης γνώριζε ότι δεν αρκούσε η επικράτηση, συγκυριακά, και με διάφορα μέσα σε μια κοινοβουλευτική ομάδα που δεν την εξουσίαζε. Σε μια κοινοβουλευτική ομάδα στην οποία περιλαμβάνονταν ιστορικές προσωπικότητες όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Όταν προκηρύσσονται οι εκλογές, οκτώ μήνες μετά την ανάληψη της αρχηγίας στην ΝΔ του παρουσιάζεται η χρυσή ευκαιρία. Να διευρύνει τον έλεγχό του στην παράταξη κάνοντας εκκαθαρίσεις. Ο Ανδρέας, με την εξαπάτηση του Καραμανλή και με την επιβολή της λίστας στις βουλευτικές εκλογές, του κάνει δύο τεράστια δώρα. Πρώτον πυροδοτεί τον φανατισμό με στόχο προφανώς του ΠΑΣΟΚ αλλά ταυτόχρονα ευνοεί και την συσπείρωση της ΝΔ. Δεύτερον με την λίστα ενισχύει τον πειθαναγκασμό στο δικό του κόμμα του οποίου η συνοχή είχε κλονιστεί κατά την προεδρική εκλογή. Απαιτήθηκε η σαφώς αντισυνταγματική χρήση των έγχρωμων ψηφοδελτίων για την εκλογή Σαρτζετάκη, θεωρήθηκε έγκυρη η αμφιλεγόμενη ψήφος Αλευρά(διατελούσε χρέη Π.τ.Δ.) αλλά παρ’ όλα αυτά η εκλογή υπήρξε οριακή και με απώλειες πέντε ψήφων από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ. Συγκεκριμένα με 180 υπέρ σε σύνολο 185. Η λίστα όμως αποτελεί ”θείο δώρο” για τον Κ.Μ. όντας εργαλείο για εκκαθαρίσεις. Ο Μητσοτάκης, όπως κάνει συχνά, ερμηνεύει τα γεγονότα αντιστρόφως.
Σύμφωνα με τα λεγόμενά του ”Ο Ανδρέας έκανε ό,τι μπόρεσε για να μου κόψει τον δρόμο. Πρώτον, έκανε πρόωρες εκλογές, για να μην προλάβω εγώ ως αρχηγός να σταθώ”.[37] Η αλήθεια είναι ότι ο Αντρέας έκανε πρόωρες εκλογές για τον ίδιο λόγο που εξαπάτησε τον Καραμανλή και επέλεξε ειδικά τον Σαρτζετάκη. Προφανώς το έκανε για να ενισχύσει το ΠΑΣΟΚ αλλά ταυτοχρόνως ευνοούσε και τον Μητσοτάκη αφού συσπείρωνε και φανάτιζε τους ψηφοφόρους της ΝΔ. Η επιλογή μάλιστα του Σαρτζετάκη παγίδευσε και το ΚΚΕ να ψηφίσει για πρόεδρο έναν ακραιφνή αντικομουνιστή όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια. Αλλά εκεί που ο Κ.Μ. κάνει το άσπρο μαύρο είναι στο θέμα της λίστας. Ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους άλλαξε τον εκλογικό νόμο ο Αντρέας, αυτός που ευνοήθηκε περισσότερο ήταν ο πρόεδρος της ΝΔ. Η λίστα του έλυσε τα χέρια για να προχωρήσει στις πρώτες εκκαθαρίσεις. Ο φανατισμός, που είχε απογειωθεί μετά την εξαπάτηση Καραμανλή και την εκλογή Σαρτζετάκη, δεν άφηνε περιθώριο για διαμαρτυρίες και διαφοροποιήσεις. Έτσι φροντίζει να ”ράψει κοστούμι” στα μέτρα των σκοπιμοτήτων του. Με πρόσχημα την ανανέωση θέτει όριο ηλικίας τα εβδομήντα χρόνια. Πέντε χρόνια μετά θα γίνει πρωθυπουργός σε ηλικία εβδομήντα δύο ετών.
Γιατί το κάνει αυτό σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του; Γιατί είχε αναλάβει υποχρέωση ”Επίσης, αυτοί στους οποίους είχα αναλάβει υποχρέωση, όπως ήταν π.χ. οι αδελφοί Μπουλούκοι, έπρεπε να βγουν ”!!![38] Τι υποχρέωση είχε αναλάβει απέναντι στον ηγέτη του ”Ασπίδα”; Της οργάνωσης που υπήρξε η αιτία, ή μήπως απλώς η αφορμή, για την πολιτική αναταραχή που οδήγησε στην Χούντα; Είχε υποχρέωση απέναντι στους αδελφούς Μπουλούκους και γι’ αυτό δεν σεβάστηκε προσωπικότητες σαν τον Π. Κανελλόπουλο[39] ή τον Παπακωνσταντίνου; Όταν μάλιστα του το είχε ζητήσει και ο Καραμανλής; ”Ειδικότερα το θέμα του Παπακωνσταντίνου πήρε μία περίεργη τροπή διότι με κάλεσε ο Καραμανλής και μου είπε: “Να βάλεις τον Παπακωνσταντίνου”, […] Μου λέει: “Σου λέω εγώ να τον βάλεις.” Του απάντησα: “Αν δεν μου το ζητήσει δεν τον βάζω, αν μου το ζητήσει θα τον βάλω”.”![40] Και όχι μόνον αλλά ο άθλιος έγινε και αιτία να στεναχωρηθεί γιατί όπως δηλώνει: ”Είχα μεγάλο πρόβλημα με τον Παναγιώτη τον Κανελλόπουλο, ο οποίος πολύ με στεναχώρησε. Τον επισκέφτηκα ο ίδιος και του εξήγησα ότι δεν θα ήταν στο ψηφοδέλτιο. Ήμουν υποχρεωμένος την ώρα που ο Παπακωνσταντίνου δεν έμπαινε στο ψηφοδέλτιο, δεν μπορούσα να βάλω τον Κανελλόπουλο και πολλούς άλλους φίλους μου, διότι κατά σύμπτωση περνούσαν τα 70 χρόνια. Ήταν όλοι οπαδοί μου, μου δημιούργησαν μεγάλο πρόβλημα”.[41] Τι σου κάνουν οι συμπτώσεις μερικές φορές, πόσο πολύ σε στεναχωρούν! Και, ήταν όλοι οπαδοί του, αναμφίβολα.
Στις εκλογές η δύναμη της ΝΔ αυξάνεται κατά 11 βουλευτές(από 115 σε 126). Μεταξύ αυτών οι αδελφοί Μπουλούκοι και οι άλλοι απέναντι στους οποίους ”είχε αναλάβει υποχρέωση”. Όπως όμως έχουμε κατανοήσει βαθειά μέχρι τώρα δεν τους είχε και ανάγκη αφού, ακόμα και οι αποκλεισμένοι, ”ήταν όλοι οπαδοί του”! Σε αυτό το κλίμα της ακραίας πόλωσης με το ΠΑΣΟΚ, την οποία ενισχύει η αντιμετώπιση σε προσωπικό επίπεδο του Μητσοτάκη από τον Παπανδρέου που τον χαρακτηρίζει ”εφιάλτη”, συνεχίζονται οι εκκαθαρίσεις. Τον Ιούλιο έρχεται η σειρά του Ι. Μπούτου[42] και του Δ. Λιβανού. Ενώ η εκλογή του στην ηγεσία είναι πρόσφατη(1-9-1984) και ελέγχει πλέον την κοινοβουλευτική ομάδα ο Μητσοτάκης στις 24 Αυγούστου θέτει θέμα επανεκλογής του. Από την διαδικασία απέχουν ο Στεφανόπουλος και άλλοι. Ο Κ.Μ. λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από 82 βουλευτές. Λίγες μέρες μετά ο Στεφανόπουλος αποχωρεί από την Ν.Δ. ακολουθούμενος από άλλους 9 βουλευτές. Απαλλαγμένος από τους πολιτικούς που θα μπορούσαν να αποτελέσουν απειλή για την ηγεσία του συνεχίζει ανενόχλητος.
Η εκκαθάριση συνεχίζεται με την διαγραφή του Αναστάση Παπαληγούρα -γιού του παλιού του φίλου με τον οποίο συνωμοτούσε το ’58 για την ανατροπή του Καραμανλή- με αφορμή ένα άρθρο του τελευταίου σε εφημερίδα. Προφανώς στόχος δεν ήταν ο ευπρεπής και χαμηλού προφίλ Ανάστασης αλλά ο πεθερός του Γεώργιος Ράλλης ο οποίος ως τότε είχε διαφύγει από τις εκκαθαρίσεις. Πράγματι ο στόχος επιτυγχάνεται αφού ο Ράλλης ανεξαρτητοποιείται. Στις εκλογές του ’89 που ακολουθούν δεν πολιτεύεται. Στις δεύτερες εκλογές του ίδιου χρόνου ο Μητσοτάκης, διαπιστώνοντας ότι η ΝΔ απείχε –λόγω του βρώμικου εκλογικού νόμου που είχε ψηφίσει το ΠΑΣΟΚ- από την αυτοδυναμία, τον καλεί να πολιτευτεί. Ο πρώην πρωθυπουργός, δίνοντας προτεραιότητα στα συμφέροντα της χώρας επανέρχεται στην πολιτική. Παραιτείται οριστικά, παραδίνοντας την βουλευτική του έδρα, στις 29 Μαρτίου του 1993 και αποχωρεί από τα πολιτικά πράγματα.
Στην αποχώρηση τον οδηγούν και οι διαφωνίες με πλευρές της ασκούμενης πολιτικής αλλά και η εσωκομματική συμπεριφορά και διαχείριση του Μητσοτάκη. Παρά την αναιμική κοινοβουλευτική πλειοψηφία ο πρωθυπουργός εκπαραθυρώνει τα πιο επιφανή μέλη του Υπουργικού του Συμβουλίου, τους Μ. Έβερτ, Α. Κανελλόπουλο και Σ. Δήμα συνεχίζοντας την πολιτική των εκκαθαρίσεων. Ταυτόχρονα συνεχίζοντας και την πολιτική που, με τον πιο ωμό τρόπο, είχε εκδηλωθεί με την απομάκρυνση των παλιών στελεχών για χάρη των ηγετών του ”Ασπίδα” προωθεί στο κόμμα, στην κοινοβουλευτική ομάδα και στην κυβέρνηση δικούς του με αδίστακτο τρόπο. Είναι χαρακτηριστική, όχι μόνον η βουλευτική εκλογή των δύο πρώτων επί ηγεσίας του προέδρων της ΟΝΝΕΔ(κατά σύμπτωση… Κρητικών) αλλά και η συμμετοχή τους στην κυβέρνηση. Χαρακτηριστική είναι επίσης η υπουργοποίηση της Ντόρας Μπακογιάννη. Όμως η πολιτική τα έφερε έτσι και δέχθηκε το χτύπημα από εκεί που δεν το περίμενε. Όχι από τους Καραμανλικούς που έχει βάλει στο στόχαστρο.
Το ”πάθος” και η ”ένταση” πάλι στο προσκήνιο.
Η σύντομη ιστορική αναδρομή ήταν αναγκαία παρέκκλιση από την αφήγηση. Επανερχόμαστε στα ”απομνημονεύματα”. Αφηγείται ο Κ.Μ. ”Έκανα τον Καραμανλή έτσι πρόεδρο της Δημοκρατίας, διότι εκεί χρειάζεται η απλή πλειοψηφία, ήταν μία από τις αιτίες για τις οποίες χρησιμοποίησα αυτή τη μέθοδο. Για να κάνω τον Καραμανλή πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αλλιώς δεν υπήρχε καμία περίπτωση να γίνει ο Καραμανλής πρόεδρος της Δημοκρατίας.”[43] αλλά ποια ήταν τα δεδομένα; Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου σχηματίστηκε η Οικουμενική. Η κυβέρνηση του ”τι κάνεις Κώστα μου” και του ”είσαι καλά Αντρέα μου” στην οποία οι δύο άσπονδοι εχθροί γλυκομιλούσαν ο ένας στον άλλο. Η θητεία της μπορούσε να παραταθεί όσο ήθελαν και συμφωνούσαν τα κόμματα. Ακόμα και αν διαφωνούσε το ΚΚΕ τα άλλα δύο κόμματα μπορούσαν να παρατείνουν την ζωή της όσο ήθελαν. Τον Μάρτιο του ’90 όμως έληγε η θητεία του Σαρτζετάκη. Συνεπώς έπρεπε να υπάρξει διαδικασία εκλογής Π.τ.Δ.. Αν προτεινόταν κάποιος αποδεκτός από το ΠΑΣΟΚ και υπερψηφιζόταν δεν θα υπήρχε δικαιολογία για πρόωρες εκλογές. Θα έπρεπε κάποιος να αναλάβει την ευθύνη να ρίξει την κυβέρνηση. Αν δεν γινόταν αυτό θα παρατεινόταν η υπάρχουσα κατάσταση και ο Κ.Μ. θα παρέμενε μακριά από την γη Χαναάν, μακριά από την πρωθυπουργία. Με ποσοστό 46,19% και με 148 βουλευτές ήταν μια ανάσα από την ”πηγή” και δεν μπορούσε να ξεδιψάσει. Ήθελε λοιπόν εκλογές πράγμα που είναι απολύτως κατανοητό. Τις ήθελε πάση δυνάμει. Αντί να έχει την γενναιότητα να πει την αλήθεια προσπαθεί να χρεώσει τον Καραμανλή ”ήταν μία από τις αιτίες για τις οποίες χρησιμοποίησα αυτή τη μέθοδο. Για να κάνω τον Καραμανλή πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αλλιώς δεν υπήρχε καμία περίπτωση να γίνει ο Καραμανλής πρόεδρος της Δημοκρατίας”! Πιο κάτω αφηγείται ”Τον Καραμανλή τον έκανα πρόεδρο παρά το γεγονός ότι είχε δηλώσει πως δεν ήθελε να γίνει. Είναι άλλη ιστορία αυτή. Εμένα προσωπικά δεν μου το είχε πει διότι ίσαμε εκεί δεν απετόλμησε.”.[44] Δεν του είχε πει, γιατί δεν θα τολμούσε, αλλά… είχε ακούσει να το λένε. Έτσι ”έκανα τον Καραμανλή για δεύτερη φορά πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δύο φορές τον έκανα. Χωρίς εμένα δεν θα γινόταν ούτε την πρώτη ούτε τη δεύτερη, αλλά ειδικά τη δεύτερη φορά, εκατό τοις εκατό. Θα μπορούσα θαυμάσια να κάνω τον Τζαννετάκη”! Ακόμα και να ήταν έτσι που δεν είναι ούτε στιγμή δεν αναρωτιέται που θα ήταν αυτός, που θα ήταν όλοι οι δικοί του, αν δεν ήταν ο Καραμανλής. Όσον αφορά τη δήλωση ότι ”Θα μπορούσε θαυμάσια να κάνει τον Τζαννετάκη” υπάρχουν και καλύτερα ανέκδοτα.
Ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο, χρεώνει στον Έβερτ και την ”καραμανλική πτέρυγα” δυσπραγία στην υπόθεση της πώλησης των αστικών συγκοινωνιών. Αφηγείται: ”Εγώ είχα πρόβλημα διότι στην κυβέρνηση αυτή δεν συμφωνούσαν όλοι με τη δική μου τακτική. Υπήρχε πάντοτε η πτέρυξ η μία, η οποία στην ουσία ήταν η παλιά καραμανλική πτέρυγα, η παλιά ελληνική Δεξιά, η οποία δεν συμφωνούσε τουλάχιστον στην έκταση και τους ρυθμούς που εγώ ήθελα, με βασικό εκφραστή τον Έβερτ. Το θέμα των λεωφορείων της αστικής συγκοινωνίας της Αθήνας, το οποίο ήταν το πιο δύσκολο θέμα που έλυσε η κυβέρνησή μου, κανείς δεν το θυμάται, αλλά ήταν πάρα πολύ δύσκολο, εγώ είδα ότι δεν μπορεί να το λύσει ο όποιος υπουργός Συγκοινωνιών ήταν τότε, χρειαζόταν να ανατεθεί σε υψηλότερα ιστάμενο και αρχικά το είχα αναθέσει στον Έβερτ, υπουργό Προεδρίας τότε. Ο οποίος Έβερτ πούλησε ταχύτατα, διαπραγματεύτηκε, τηλεφώνησε και μου χάλασε τη δουλειά.”. Ο Έβερτ ήταν λοιπόν ο αρχηγός των ”ανταρτών”, αλλά τι ”πούλησε ταχύτατα” και σε πιο σημείο αυτό ήταν αντίθετο με τους ”ρυθμούς που αυτός ήθελε”; Ποιος έφταιγε που σε τρία μόλις χρόνια διακυβέρνησης έκανε τρείς ανασχηματισμούς; Ποιος έφταιγε που άλλαξε τέσσερις Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας, τέσσερις Υπουργούς Βιομηχανίας και αρκετές δεκάδες άλλες αλλαγές Υπουργών και Υφυπουργών; Αλλά θα επανέλθουμε αφού πρώτα σχολιάσουμε το ”αφήγημα” για την δίκη του Αντρέα.
Η δίκη του Αντρέα και οι εκδότες που ”αλλαξοπίστησαν”.
Ο Μητσοτάκης αφηγείται; ”Εγώ δεν εκίνησα το δακτυλάκι μου για να καταδικαστεί ο Ανδρέας. Το μικρό μου δακτυλάκι αν κινούσα ο Ανδρέας θα καταδικάζετο. Αντίθετα εγώ ήθελα δύο πράγματα ξεκάθαρα. Η παρέμβασή μου στη Δικαιοσύνη είχε δύο σκέλη. Μετέδιδα το μήνυμα: Θα κάνετε ό,τι νομίζετε κατά συνείδηση, αλλά δύο πράγματα δεν δέχομαι. Δεν δέχομαι ο Ανδρέας να μπει φυλακή και δεν δέχομαι να στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα.”.[45] Ομολογώ ότι μπερδεύομαι λίγο. Τι σημαίνει το ”αν κινούσα το δακτυλάκι μου ο Ανδρέας θα καταδικάζετο”; Δύο εκδοχές βρίσκω, ή ότι ο Αντρέας ήταν ένοχος και, κακώς, οι δικαστές τον απάλλαξαν, ή ότι είχε την δυνατότητα, αν και ήταν αθώος, ”κουνώντας το δαχτυλάκι του”, να παρέμβει στους δικαστές για να τον καταδικάσουν. Δηλώνει βέβαια ότι η ”παρέμβασή του στη Δικαιοσύνη” είχε στόχο να μην πάει φυλακή και να μην στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα. Να θυμίσουμε ότι η δίκη αφορούσε τις ευθύνες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ για την υπεξαίρεση δεκάδων δισ. εκ μέρους του Κοσκωτά από την τράπεζα Κρήτης και τις καταγγελίες για μίζες πολλών εκατομμυρίων. Δηλώνει ακόμα ότι: ”Τα πρακτικά της δίκης ακόμα δεν έχουν δημοσιευτεί. Θα τα πάρω στο αρχείο μου, φαντάζομαι, να σώσω όλα τα πρακτικά, όλη τη δίκη όπως έγινε. Κοιτάζοντας τα πρακτικά, βλέπω ότι εκείνο που έσωσε τον Ανδρέα και το ΠΑΣΟΚ ήταν ο θάνατος του Κουτσόγιωργα”.[46] Δεν έχουν δημοσιευθεί τα πρακτικά αλλά τα κοιτάζει! Προφανώς βλαστημάει την τύχη του που πέθανε ο Κουτσόγιωργας γιατί αυτό ”έσωσε τον Ανδρέα και το ΠΑΣΟΚ”.
Αφού λοιπόν ”σώθηκαν ο Ανδρέας και το ΠΑΣΟΚ”, λόγω του θανάτου του Κουτσόγιωργα κατά την διάρκεια της δίκης, ”έμεινε κατηγορούμενος μόνο ο Τσοβόλας, ο οποίος ήταν έντιμος άνθρωπος, άψογος και με πολλή αξιοπρέπεια μετέφερε το βάρος του Ανδρέα. Έκανε πράγματι παράβαση του νόμου, αλλά δεν ήθελα εγώ να δικαστεί ο Τσοβόλας, ήρθε εκ των πραγμάτων, το έφεραν τα πράγματα έτσι ώστε να δικαστεί ο Τσοβόλας. Υπήρχε το πρόβλημα αν έπρεπε να δικάσουμε μαζί και τον Κοσκωτά. Εγώ έδωσα την εντολή να χωρίσουν οι δίκες. Εκ των υστέρων βλέπω ότι αν είχαμε δικάσει μαζί και τον Κοσκωτά, η δίκη θα ήταν τελείως αλλιώτικη”.[47] Η κακιά η τύχη το έφερε να πεθάνει ο Κουτσόγιωργας και να μείνει ο Τσοβόλας να σηκώσει ”το βάρος του Ανδρέα”! Είχε κάνει ”πράγματι παράβαση του νόμου” αλλά ο Κ.Μ. δεν ήθελε να δικαστεί. Δηλώνει ακόμα ότι ”έδωσε την εντολή” να χωρίσουν οι δίκες του Κοσκωτά και των πολιτικών αλλά δεν ξεκαθαρίζεται σε ποιόν εδόθη η ”εντολή” και με ποιά αρμοδιότητα. Επίσης, αφού ”εκ των υστέρων” είδε ότι, αν δεν είχαν χωριστεί οι δίκες, η δίκη των πολιτικών ”θα ήταν τελείως αλλιώτικη”, προφανώς εννοώντας καταδικαστική για τον Αντρέα, μάλλον μετανιώνει για την ”εντολή που έδωσε”.
Μετά τον θάνατο του Κουτσόγιωργα και την μη άρση της ασυλίας του Ρουμελιώτη από την Ευρωβουλή παρέμειναν κατηγορούμενοι οι Παπανδρέου, Πέτσος και Τσοβόλας. Οι δύο τελευταίοι καταδικάζονται σε εξαγοράσιμες ποινές φυλάκισης και προσωρινή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Ο Αντρέας αθωώνεται με ψήφους επτά υπέρ έναντι έξι. Ο Μητσοτάκης αφηγείται ”Δεν ήμουν βέβαιος διότι η υπόθεση “έπαιξε”. Ήμουν βέβαιος για τα δύο αυτά πράγματα, ότι ο Ανδρέας δεν θα πήγαινε φυλακή και ότι δεν θα στερούνταν τα πολιτικά του δικαιώματα, αλλά το αν θα δικαζόταν με αναστολή ή όχι, με συνέργεια φυσικά, δεν μπορούσα να το ξέρω. Το θεωρούσα 50-50. Και πράγματι η υπόθεση μέχρι τέλους έπαιξε, είναι μία ιστορία. Κάποτε θα γίνει γνωστή”.[48] Είχε, κατά την δήλωσή του, παρέμβει στην Δικαιοσύνη για να μην πάει φυλακή, αλλά δεν θα είχε πρόβλημα αν είχε καταδικαστεί με αναστολή, αρκεί να μην του στερούσαν τα πολιτικά του δικαιώματα, γιατί και γι’ αυτό είχε παρέμβει στην Δικαιοσύνη. Όταν ο Παπαχελάς του λέει ότι ”Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παρμενίωνα Τζίφρα, αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, που υποστήριξε την αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου, ένας δικαστής άλλαξε γνώμη την τελευταία στιγμή.” ο Μητσοτάκης απαντά ”Και γιατί; Και πώς; Πώς άλλαξε γνώμη; Αυτό δεν το λέει ο Τζίφρας και δεν θέλω να το πω και εγώ. Δύο άλλαξαν την τελευταία στιγμή”.[49] Δεν μας το είπε ο Τζίφρας αλλά δεν μας το μαρτύρησε και αυτός, μας άφησε με την απορία.
Συνεχίζει ”Εγώ δεν κίνησα το δαχτυλάκι μου για να καταδικαστεί ο Ανδρέας. […] Η δίκη πάντως δεν έβλαψε τον Ανδρέα, ένα περίεργο πράγμα. Και δεν τον έβλαψε παρά το γεγονός ότι όλα αυτά που είπαμε αποδείχτηκαν. Όχι για τον Αντρέα, αλλά ακόμη και για τον Ανδρέα η απόφαση μη νομίζεις ότι ήταν στην ουσία αθωωτική. Και λέω στην ουσία, διότι οι επτά δικαστές που τον αθώωσαν έναντι των έξι που ήταν καταδικαστικοί, δεχτήκαν ότι οι βαλίτσες πήγαν στο Καστρί, αλλά δεν θεώρησαν δεδομένο ότι ο Ανδρέας και λόγω της κατάστασης της υγείας του τότε, ήταν εκείνος που επωφελήθηκε, ότι ήταν ο υπεύθυνος γι’ αυτό το πράγμα. Ήταν αθώος λόγω αμφιβολιών, για μια ψήφο, αλλά όλα αυτά δεν μέτρησαν. Εκείνο που μέτρησε ήταν ότι ο Ανδρέας δεν δικάστηκε”.[50] Δεν καταδικάστηκε και, σύμφωνα με τον Μητσοτάκη ένα ”περίεργο πράγμα” η δίκη και όλη η υπόθεση ”δεν έβλαψε τον Ανδρέα” αφού στις εκλογές του 1993 ήταν νικητής με 46,88%. Είναι φανερό ότι ο Κ.Μ. ήταν σίγουρος ότι το σκάνδαλο Κοσκωτά αποτελούσε το πολιτικό τέλος του Αντρέα, ανεξάρτητα από το αν θα καταδικαζόταν ή όχι. Είναι φανερό ότι θεωρούσε δεδομένη την ενοχή του και μάλλον θα ήταν ενθουσιασμένος με μια καταδίκη με αναστολή εκτέλεσης.
Είχε λογαριάσει όμως λογαριάσει χωρίς τους ”συνοδοιπόρους”, στην υπόθεση Κοσκωτά, εκδότες. Οι τελευταίοι είχαν ξεσηκωθεί όχι για να προστατέψουν την Δημοκρατία, την δικαιοσύνη και τα χρήματα του δημοσίου και των πολιτών από τον Κοσκωτά αλλά για να διαφυλάξουν την δική τους επικυριαρχία. Όταν ο Κοσκωτάς εξουδετερώθηκε η στάση τους άλλαξε. Ο Μητσοτάκης αναφέρεται στην αλλαγή στάσης του εκδότη του ΔΟΛ Χρήστου Λαμπράκη, αλλά και όλων των εκδοτών απέναντι στον Ανδρέα ”Ο Λαμπράκης, ο Μπόμπολας, ο Τεγόπουλος ήταν κατά τρόπο απαράδεκτο εχθρικοί προς τον Ανδρέα, δηλαδή υβριστικοί, ακραίοι. Τα έπαιζαν όλα για όλα. Αυτοί οδήγησαν εκεί που πήγε ο τόπος γιατί αυτοί δημιούργησαν την κοινή γνώμη, αυτοί συνετέλεσαν στο να δεσμευτούμε εμείς τουλάχιστον. Σου λέω εγώ ότι τη δέσμευση την οποία είχα δώσει, θα την εκπλήρωνα, θα ανταποκρινόμουν. Αυτοί όμως πίεσαν και στη συνέχεια, ενώπιον του δικαστηρίου, τα γύρισαν. Οι εκδότες όλοι που είχαν τρομοκρατηθεί από τον Κοσκωτά και κατηγορούσαν εμένα ότι δεν είμαι αρκετά εχθρικός προς τον Κοσκωτά και με παρακολουθούσαν μήπως τυχόν έχω έρθει σε επαφή με τον Κοσκωτά. Και γιατί να μην είχα έρθει; Ήταν και αυτός ένας Έλληνας πολίτης ίσαμε τότε. Δεν ξέραμε ότι ήταν απατεώνας τότε. Αυτοί όλοι μετά άλλαξαν τις καταθέσεις τους. Αν ο ανακριτής τούς είχε καλέσει να δώσουν γραπτές καταθέσεις τότε που ήταν κατήγοροι, το αποτέλεσμα της δίκης θα ήταν διαφορετικό. Αλλά κάποτε πρέπει να ασχοληθεί κάποιος γιατί κι εγώ δεν μπορώ να σου πω ότι έχω την πλήρη εικόνα τού πώς διεξήχθη η δίκη. Γι’ αυτό, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σώσω τα πρακτικά, τα οποία είναι τόμοι ολόκληροι, ώστε κάποιοι στο μέλλον να ερευνήσουν και να δουν”.[51] Οι εκδότες λοιπόν ήταν ”κατά τρόπο απαράδεκτο […] υβριστικοί, ακραίοι. Τα έπαιζαν όλα για όλα.” και συνεχίζει ο Μητσοτάκης ”εγώ ότι τη δέσμευση την οποία είχα δώσει, θα την εκπλήρωνα, θα ανταποκρινόμουν. Αυτοί όμως πίεσαν και στη συνέχεια, ενώπιον του δικαστηρίου, τα γύρισαν”! Ποια δέσμευση είχε δώσει και σε ποιους; Ποιους πίεσαν οι εκδότες; Αλλά ήταν και ο ανακριτής ανίκανος ή άσχετος γιατί ”Αν ο ανακριτής τούς είχε καλέσει να δώσουν γραπτές καταθέσεις τότε που ήταν κατήγοροι, το αποτέλεσμα της δίκης θα ήταν διαφορετικό”! Δηλαδή ο Αντρέας θα είχε καταδικαστεί. Το μέλλον θα άλλαζε.
Το ”παιχνίδι” δεν ήταν στημένο, ήταν χαμένο.
Είναι γεγονός ότι, αν το αποτέλεσμα της δίκης ήταν διαφορετικό, αν δεν είχε πεθάνει ο Κουτσόγιωργας, αν δεν είχαν ”αλλαξοπιστήσει” οι εκδότες, αν… η ιστορία μπορεί να ήταν διαφορετική. Η ιστορία όμως γράφεται με γεγονότα και όχι με αν. Τα ”αν” είναι οι δικαιολογίες, τα άλλοθι και η παρηγοριά των ηττημένων. Η κυβέρνηση της ΝΔ έπεσε τον Σεπτέμβριο του 1993, λόγω της απόσχισης των βουλευτών Σ. Στεφανόπουλου και Γ. Συμπιλίδη αλλά είχε ήδη χάσει το τραίνο.[52] Τα εκλογικά αποτελέσματα της 10ης Οκτωβρίου αυτό δείχνουν. Ακόμα και αν αθροίσουμε τα ποσοστά της ΝΔ(39,30%) και της ΠΟΛΑΝ(4,88%) το άθροισμα υπολείπεται αυτού που πήρε το ΠΑΣΟΚ(46,88%) κατά 2,7%.. Το ΚΚΕ, πληρώνοντας τις εξελίξεις στο Ανατολικό Μπλοκ αλλά και την συμμετοχή του στα πολιτικά δρώμενα της διετίας ’89-‘90 πέφτει από το 13,13% στο 4,88%. Η ΝΔ δεν επικέντρωσε την κριτική της στο μείζον,[53] που ήταν η πολιτική διαχείριση της εξουσίας από το ’81 έως το ’89 και αυτό ήταν μοιραίο λάθος με ανυπολόγιστες πολιτικές συνέπειες. Δεν αναδείχθηκε και δεν ”χρεώθηκε” στους υπαίτιους αυτό που επεσήμανε στον Αντρέα το 1988 ο Α. Λάζαρης: ”έχει εγκατασταθεί στο τιμόνι της οικονομίας ο αυτόματος πιλότος του Δημοσίου Χρέους[54] και των άλλων ανελαστικών δαπανών” φέρνοντας την χώρα στα πρόθυρα της χρεωκοπίας.
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι το πολιτικό στοίχημα γύρω από το, αναμφισβήτητο, σκάνδαλο Κοσκωτά έχει χαθεί τόσο για την ΝΔ όσο και για την Αριστερά. Κερδισμένοι οι εκδότες οι οποίοι, εκτός από την εξόντωση του εχθρού τους, αποκομίζοντας παράλληλα και ραδιοτηλεοπτικά ”βαρέα όπλα” έγιναν κυρίαρχοι των εξελίξεων. Εκτός από αυτούς ο μεγάλος κερδισμένος είναι το ΠΑΣΟΚ και προσωπικά ο Αντρέας Παπανδρέου. Τα πολιτικά εγκλήματα της δεκαετίας του ’80, στην οικονομία, στη Δημόσια Διοίκηση, στις αρχές και τις ηθικές αξίες της κοινωνίας έμειναν στο απυρόβλητο. Δύο ακόμα αιτίες ήταν οι εκκαθαρίσεις της πενταετίας ’84-’89 στην ΝΔ. Μπορεί λόγω της ακραίας πόλωσης να μην έγιναν αισθητές, μπορεί το κόστος να μην ήταν τόσο μεγάλο όσο θα ήταν σε διαφορετική περίπτωση, αλλά κόστος υπήρξε και ήταν κρίσιμο. Η απουσία παλιών, πεπειραμένων και καταξιωμένων στελεχών κόστισε, αλλά και η διαχείριση της εξουσίας κάθε άλλο παρά με ιδανικό τρόπο έγινε συμβάλλοντας στην ήττα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην διάρκεια της τριετούς διακυβέρνησης έγιναν τρείς ανασχηματισμοί. Δηλαδή ο κύκλος κάθε κυβερνητικού σχήματος ήταν ετήσιος. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 20 υπουργούς του αρχικού σχήματος οι μισοί δεν ήταν στην τελική σύνθεση. Επρόκειτο μάλιστα για κορυφαία στελέχη μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν οι Έβερτ, Κανελλόπουλος, Σαμαράς, Δήμας, Παπακωνσταντίνου, Γιαννάκου, κ.λπ.. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο ένας υπουργός έμμεινε αδιαλείπτως στο ίδιο υπουργείο, ο Α. Καλαντζάκος στο Υπουργείο Εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κρίσιμα υπουργεία οι υπουργοί άλλαζαν σαν τις βάρδιες στην σκοπιά. Ενδεικτικά από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας πέρασαν τέσσερις υπουργοί(Σουφλιάς, Μητσοτάκης, Χριστοδούλου, Μάνος) και από το Υπουργείο Βιομηχανίας άλλοι τόσοι(Δήμας, Ανδριανόπουλος, Παλαιοκρασάς, Κοντογιαννόπουλος). Την ίδια στιγμή που κορυφαία στελέχη έμπαιναν στο στόχαστρο και στο περιθώριο, φροντίζοντας μάλιστα με τους ελεγχόμενους μηχανισμούς να τους διαβάλουν και στους οπαδούς της ΝΔ, επιχειρείται να δημιουργηθεί μια νέα και ελεγχόμενη κάστα στελεχών. Μεταξύ αυτών που μετέχουν στο τελευταίο κυβερνητικό σχήμα ενδεικτικά αναφέρουμε τους δύο πρώην προέδρους της ΟΝΝΕΔ(Μεϊμαράκης, Βουλγαράκης) και κυρίως την κόρη του πρωθυπουργού η οποία ορίζεται Υπουργός Πολιτισμού. Ως συνέπεια, και αυτών των μικροπολιτικών μεθοδεύσεων, η δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε κατ’ επανάληψη με παραιτήσεις υπουργών.
Το ”λάθος” και η ”αγαθή προαίρεση”!
Όταν κάνεις ένα λάθος με αγαθές προθέσεις είναι συγχωρητέο πιο εύκολα. Όταν μάλιστα πληρώνεις εσύ το τίμημα του λάθους σου όλοι δείχνουν κατανόηση. Αν όμως το λάθος προέρχεται από υστερόβουλη πρόθεση τότε ταιριάζει περισσότερο το λαϊκό ”πήγαινε γυρεύοντας” και συνεπώς ”τα ‘θελε και τα ‘παθε”! Όπως έχουμε προαναφέρει ο Μητσοτάκης υποστηρίζει ότι σέβεται τις υποχρεώσεις του. Λόγω αυτού του ”σεβασμού” απέκλεισε κορυφαία παραδοσιακά στελέχη της παράταξης, προς χάριν των αδελφών Μπουλούκου έναντι των οποίων ”είχε αναλάβει υποχρέωση” και συνεπώς ”

