O Στρατηγός Σκαρλάτος Σούτσος, οι Συνταγματάρχες Καμπάνης, Καραϊσκάκης με τα ατίθασα παλληκάρια τους Λευτέρωσαν τα Τρίκαλα, 23 Αυγούστου 1881, από την αδυσώπητη-σκληρή σκλαβιά των Τούρκων 471 χρόνων
Του Γιώργου Ηλ. Ζιάκα
Από καιρό περίμενε ο Σούτσος ο Σκαρλάτος για να πετάξει σαν αετός από το Δομοκό και γρήγορα να δώσει στη Θεσσαλία λυτρωμό.
Τον πίκραινε, τον βάραινε στη σκέψη, στην ψυχή και στη στρατιωτική του την τιμή να βλέπει Θεσσαλία ολάκερη σε μπότα τουρκική.
Δάκρυζε όταν έβγαινε στου Δομοκού τα ξάγναντα κι έβλεπε πόλεις και χωριά ακόμα να στενάζουν στην Τούρκικη σκλαβιά.
Ορμούσε με γυμνωμένο το σπαθί και λίγα παλληκάρια χωρίς την άδεια κανενός και έμπαινε στον κάμπο, αλλά με πείσμα οι δυνατοί, οι άσπονδοι Ευρωπαίοι τον αναγκάζανε για πίσω να γυρίσει και “Λευτεριά στους Θεσσαλούς πρέπει να λησμονήσει”.
Στενάζει ο λιονταρόψυχος και ύπνος δεν τον πιάνει.
Φέρνει στη σκέψη και στο νου του Έθνους παλληκάρια, τους κλέφτες και αρματολούς που σήκωσαν τα λάβαρα στις πιο ψηλές κορφές κι έγιναν θρύλοι ηρωικοί, βόλια, μπαρούτι και φωτιά ενάντια στη σκλαβιά.
Χάρηκε που ως το Δομοκό και τον Αμβρακικό έγινε κράτος Λεύτερο, καθάριο Ελληνικό.
Θλίβεται όμως όταν σκέφτεται το πως οι Δυνατοί στέρησαν την Ελευθερία από την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και παραπέρα Θράκη, νησιά, Μακεδονία, μα και Μικρά Ασία, που ζούσε κόσμος ξακουστός πανάρχαιων Ελλήνων δημιουργικός, περήφανος με ξακουστή ιστορία σε επιστήμες, γράμματα, σε τέχνες, σε εμπορία, μα και Δημοκρατία, παγκόσμια ναυτιλία, μα και κυριαρχία σε Δύση και Ανατολή και Νότο και Βοριά με πνεύμα και αντρειά.
Κι ερχότανε στο νου του Στρατηγού οι οργισμένες φιλελεύθερες ηρώων και παλληκαριών των παλαιότερων καιρών, που πάλευαν με το σπαθί να διώξουν την Τουρκιά και να αποκτήσουν Λευτεριά.
Θυμόταν τον Επίσκοπο, της Τρίκκης το καμάρι, τον άξιο αρχηγό, τον Διονύση τον σοφό και τον ορθόστητο κι αλύγιστο τον Παπαθύμιο το Βλαχάβα, που τα 'βαλε με τον Αλή των Ιωαννίνων τον Πασά στα Χάσια και στον Όλυμπο να φέρει Λευτεριά.
Στο νου του ερχότανε ο Πρωτοκαπετάνιος Αγράφων και Τζουμέρκων η τρομερή ψυχή, οπού ξεφτέλισε πολύν καιρό στρατεύματα τ' Αλή.
Τον Κατσαντώνη δηλαδή την αντρειωμένη την ψυχή, μα και τον γιο της Καλογριάς της Ρούμελης το σέμνωμα πρότυπο της Παλληκαριάς. Και στριφογύριζαν στο νου τα ατίθασα, τα τιμημένα παλληκάρια που ξεσηκώθηκαν το εικοσιένα, οπού πολέμαγαν μαζί, αλλά κι ανάρια, ανάρια καμάρωνε τον Ασπροπόταμο Στουρνάρα, Λιακατά και τον ξεχωριστό μετέπειτα τον Χατζηπέτρο αρχηγό που σάρωσε δυνάμεις της Τουρκιάς στις Καλαμπάκας τη μεριά, στα ρείθρα εκεί της Σαλαμπριάς.
Κι όταν οι Θεσσαλοί ξανάρπαξαν τα ξίφη και τα καριοφίλια ακούστηκαν πια βροντερά πολλά ορμής τραγούδια από απλών ανθρώπων χείλια.
“Βροντοκοπέει ο Δομοκός η κλεφτουριά ξυπνάει· η Γούρα σέρνει τ' άρπατα κι ο Παλαμάς μηνάει...”
Βροντολαλούν οι ιαχές στο Πήλιο, στη Σουρβιά στη Ματαράγκα, στο Μουζάκι, στα Άγραφα, στην Πίνδο.
Ισχόμαχοι, Μπασδέκηδες, Γαρέφηδες και Λάιοι και Έξαρχοι και άλλοι πολλοί γενναίοι Τζαβάρηδες και Ντόβηδες και Κατσαραίοι μαζί κι Αλεξανδραίοι και τολμηροί Ζιακαίοι ρίχνονται σ' αγώνες τρομερούς με πίστη και καρδιά για την πανώρια Λευτεριά.
Και να η ώρα έφτασε μηνούν τριγύρω τα πουλιά, ακούγονται χαράς καμπαναριά.
Μπαίνει μπροστά στις φάλαγγες του τιμημένου του στρατού ο δοξασμένος στρατηγός ο Σούτσος ο Σκαρλάτος κι ακολουθούν περήφανα Καμπάνης και Καραϊσκάκης με αεικίνητα και θαρραλέα παλληκάρια και λευτερώνουν γρήγορα Φάρσαλα και Καρδίτσα και έρχονται στα Τρίκαλα με γρήγορο βηματισμό να φέρουν λυτρωμό, γιατί δεν έχουν μπέσα των Μεμέτηδων τα χείλη. Άλλα σου λένε την αυγή κι άλλα σαν γέρνει δείλι.
Οι σάλπιγγες βογγούν να σπάσουν τον αχό των τραγουδιών,των συνθημάτων, των Ζήτω!
Και άλλων ιαχών.
Οι καμπάνες προαναγγέλουν τον ερχομό του κλήρου που χαιρετά με συγκίνηση τους ηγέτες του στρατού μπροστά στην κεντρική αψίδα.
Οι 4 Μητροπολίτες με τους ιερείς με κυανόλευκες στολές ψάλλουν το: “Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών” και το “Την Ανάστασίν Σου Χριστέ Σωτήρ”.
Ορθώ σου Ασπροπόταμε και Χάσια εσείς κοιτάτε
Κόζιακα Εσύ και Σαλαμπριά χαρείτε όλοι μαζί,
η Ελλάδα σας αγκάλιασε, σας δίνει ένα φιλί.
Όμιλοι αγοριών τραγουδούν: “Χαίρε, εγείρου Θεσσαλία, σφόγγισε τα δάκρυά σου, στεναγμούς και θρήνους παύε, λήγουν πλέον τα δεινά σου”.
Ενώ όμιλοι κοριτσιών τραγουδούν: “Θολοί ειν' οι οφθαλμοί, είναι κάτωχρα τα χείλη άχρωμοι αι παρειαί Σου και η όψις, πατρίς φίλη”.
“Μωρ' τι μανάδες σας γέννησαν κι ήρθατε να μας ελευθερώστε”.
Έλεγαν οι κάτοικοι των οποίων οι οφθαλμοί ήσαν υγροί.
Ηχήστε σάλπιγγες και σεις καμπαναριά στα Τρίκαλα θρονιάστηκε πανώρια Λευτεριά.
(Το τελευταίο τμήμα από τα βιβλία μου. ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΙΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ. Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ. Τρίκαλα 1973 και ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση του 1821,Τρίκαλα 1971).

Γεώργιος Ηλ. Ζιάκας
Φιλόλογος - Ιστορικός




Επιστροφή








