Η σκοπιμότητα για την τραγική απόφαση να εκδοθεί αφορισμός του αρχηγού της Επαναστάσεως και το κείμενο του αφορισμού...
- Τι πραγματικά συνέβη τότε και τι αποσκοπούσε ο αφορισμός του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως αρχηγού της Ελληνικής Επαναστάσεως και η αποκήρυξή της από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και την Ιερά Σύνοδο.
- Πως με τη σύμπραξη, δύο μεγάλων ανδρών της ώρας εκείνης της Ιστορίας, του Έλληνα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ και του Οθωμανού θρησκευτικού αρχηγού Χατζή Χαλήλ Εφέντη, επιτεύχθηκε η σωτηρία του Γένους των Ελλήνων.
...διά να μην θυμώσωσιν οι Τούρκοι και θανατώσουν τους χριστιανούς
«§ 149. Ο Παναγιώτατος ων κατηχημένος πρότερον εδύνατο να φύγη διά να γλυτώση, πλην δεν ηθέλησε, διά να μην θυμώσωσιν οι Τούρκοι και θανατώσουν τους χριστιανούς, εγώ νομίζω, ότι εάν ο Πατριάρχης αυτός ως ων ενάρετος, ήρχετο εις την πατρίδα του την Πελοπόννησον, όλοι οι χριστιανοί ήθελον τον δεχθή ως βασιλέα, διότι ο αείμνηστος έχαιρεν μεγάλην υπόληψιν διά την αρετήν του, και δραστηριότητά του, λέγω, ότι ήθελε γίνη αυτό, και ελευθέρωνε τους χριστιανούς, καθώς και ο αρχιερεύς των Μαυροβουνησίων είναι και Κυβερνήτης του λαού, εάν ο Πατριάρχης ήρχετο τότε εις την Ελλάδα μεγάλον όφελος ήθελον έχη οι Έλληνες έως τώρα, επειδή και αυτός δεν ήτον μήτε πλεονέκτης, μήτε φιλάργυρος, ως οι πολλοί των κακών ανθρώπων, αλλ’ ήτον καθόλα ακτήμων, μεταδοτικός και εγκρατής καθ’ όλα, ό,τι λογής τον θέλει ο μακάριος Παύλος.
Πού τώρα τοιούτοι Πατριάρχαι; Πού αρχιερείς και ιερείς; πάντες εξέκλιναν.
§150. Αναχώρησα εκείθεν με την ευχήν του Πατριάρχου, του οποίου την δεξιάν εφίλησα, και αμέσως με ευλόγησεν εκ ψυχής».
Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, Βιογραφία και Περιήγησις, Αθήνα 1848, σσ. 96-99.
Οι λόγοι της αποκήρυξης της Επανάστασης και του αφορισμού του Αλ. Υψηλάντη από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄
«Ιδού, λοιπόν τι πραγματικά συνέβη τότε και τι αποσκοπούσε ο αφορισμός του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως αρχηγού της Ελληνικής Επαναστάσεως και η αποκήρυξή της από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και την Ιερά Σύνοδο.
Με την έναρξη της Επαναστάσεως, το Φεβρουάριο 1821, το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων, εγκατεστημένων σε διάφορες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βρέθηκαν αυτόματα σε δεινή κατάσταση ομηρίας, επαγομένης τον κίνδυνο άμεσου εξολοθρεμού.
Και όταν εξογκωμένες πληροφορίες για σφαγή Τούρκων εμπόρων από τους επαναστάτες Έλληνες στη Μολδοβλαχία προκάλεσαν διαδηλώσεις φανατικών μουσουλμάνων στην Κωνσταντινούπολη με άγριες διαθέσεις, ο σουλτάνος και η κυβέρνησή του ως αντίμετρο δραστικό προς την Επανάσταση αποφάσισαν την ολική σφαγή των Ελλήνων.
Για να εκτελεσθεί όμως η απάνθρωπη αυτή απόφαση, έπρεπε να εκδοθεί και “φετφάς” από το θρησκευτικό αρχηγό των Οθωμανών.
Και τη θέση αυτή κατείχε τότε, κατ’ αγαθή τύχη των Ελλήνων, άνθρωπος με φιλάνθρωπο ήθος και με πολιτικό σθένος, ο Χατζή Χαλήλ Εφέντης.
Ο γενναίος, λοιπόν, αυτός θρησκευτικός ηγέτης αρνήθηκε μέχρι τέλους να εκδώσει τον φρικτό “φετφά” και, για να δικαιολογήσει προς το σουλτάνο την άρνησή του, επικαλέσθηκε ότι δεν επιτρέπει το Κοράνι σφαγή αθώων· και προς στήριξη του σωστικού αυτού επιχειρήματος, ζήτησε από τον Πατριάρχη τεκμήρια πειστικά, ότι δεν είναι ολόκληρο το Γένος των Ελλήνων συνεργό στην Επανάσταση.
Σήμανε τότε η ώρα της μεγάλης ευθύνης για τον Πατριάρχη. Και υπήρξε ο έξοχος εκείνος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ άξιος της μεγάλης ευθύνης του:
Αφού “εν θλίψει” διαλογίσθηκε πολύ “κατά μόνας”, διασκέφθηκε με τρεις άλλους ιεράρχες και αποφάσισαν από κοινού την τραγική απόφαση να εκδοθεί αφορισμός του αρχηγού της Επαναστάσεως Αλέξανδρου Υψηλάντη, συγκάλεσε την Ιερά Σύνοδο και συντάχθηκε το κείμενο του αφορισμού, όπως υπαγόρευε ο σκοπός του, και υπογράφτηκε από το σύνολο των μελών της.
Ο Χατζή Χαλήλ Εφέντης, ενισχυμένος με τον πανηγυρικό αυτό διαχωρισμό του αρχηγού του Γένους των Ελλήνων από την Επανάσταση, ενέμεινε στην άρνησή του να εκδώσει τον “φετφά” για τον ολικό εξολοθρεμό τους.
Με τη σύμπραξη, λοιπόν, των δύο μεγάλων ανδρών της ώρας εκείνης της Ιστορίας, του Έλληνα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ και του Οθωμανού θρησκευτικού αρχηγού Χατζή Χαλήλ Εφέντη, επιτεύχθηκε η σωτηρία του Γένους των Ελλήνων.
Το βαρύ τίμημα της σωτηρίας αυτής υπήρξε και για τους δυο η απώλεια της ζωής τους.
Ο Χατζή Χαλήλ Εφέντης καθαιρέθηκε από το αξίωμά του και θανατώθηκε με πνιγμό στην Προποντίδα, ενώ μεταφερόταν σε τόπο εξορίας.
Ο Γρηγόριος ο Ε΄, ως γνωστόν, μαρτύρησε και απαγχονίσθηκε το Πάσχα του 1921.
Και οι δυο είναι άξιοι της ευγνωμοσύνης των Ελλήνων.
Εκφραστικά της συνειδητής αυτοθυσίας του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη είναι όσα είπε στους άλλους ιεράρχες, όταν απέρριψε την εισήγησή τους να διαφύγει στην Πελοπόννησο:
“Και εγώ ως κεφαλή του Έθνους και ημείς ως Σύνοδος, οφείλομεν να αποθάνωμεν διά την κοινήν σωτηρίαν. Ο θάνατος ημών θα δώσει δικαίωμα εις την Χριστιανοσύνην να υπερασπισθή το Έθνος εναντίον των Τούρκων. Αλλά, εάν υπάγωμεν ημείς να θαρρύνωμεν την Επανάστασιν, τότε θα δικαιώσωμεν τον Σουλτάνο, αποφασίσαντα να εξοντώση όλον το Έθνος”.
(Διεξοδική έκθεση των γεγονότων υπάρχει στο άρθρο του Αλέξανδρου Ι. Δεσποτοπούλου, «Ο Γρηγόριος ο Ε΄και η Ελληνική Επανάσταση», στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» της 23 Απριλίου 1997, σελ. 12).
Κωνσταντίνος Ι. Δεσποτόπουλος, ακαδημαϊκός».
Επιστολή στο περ. Ιστορικά της εφ. Ελευθεροτυπία, αρ. 67/25-1-2001.
Βλ. σχετικά και Ι.Ε.Ε., τ. ΙΒ΄, σσ. 33-34.
Οι σφαγές και οι αρρώστιες μετά την άλωση της Τρίπολης
«§ 156.
[…] η πολιορκία εκράτησε τινάς μήνας, και εγώ όσον ηδυνάμην εκήρυττον και εσυμβούλευον τα δέοντα.
§ 157.
Αφού η Τρίπολις εκυριεύθη σχεδόν εξ εφόδου ήρχισαν αι σφαγαί και οι θάνατοι εις τους ανθρώπους, οι οποίοι καθεκάστην εφονεύοντο, τότε γυμνωθέντες όλοι και οι Τούρκοι και οι Χριστιανοί, όσοι έμειναν εκυριεύθησαν από ενδημικήν νόσον, ώστε καθεκάστην απέθνησκον οι άνθρωποι, επειδή και τα σώματα των φονευθέντων, μάλιστα των τούρκων και εβραίων, έμεινον άταφα, ή ημιτεθαμένα εις την γην, ώστε η πόλις όλη εβρώμα από την δυσοδίαν, εγώ δε εμβάς τότε εθεράπευον, όσον εδυνάμην ασθενείς, και πού να πρωτοτρέξω πρώτον, πολλάκις περιερχόμενος και επισκεπτόμενος τους ασθενείς εκυριευόμην κατά τα σκέλη, από σπασμούς και ανατριχίασιν, ως από πανώλην, η κάμφορα δε με εβοήθησε τα μέγιστα εις αυτήν την ενδημίαν, και ο καπνός της ελελεσφάκου, πολλοί βλάχοι τότε λαφυραγωγούντες τα έπιπλα των Τούρκων και Χριστιανών επωλούσαν τους μαργαρίτας αντί χάνδρας υαλίνους.
Kαι πού χρήματα τότε να αγοράση τις τα καλλιώτερα πράγματα, χρυσά και αργυρά εις παραμικράν τιμήν· αγκαλά εγώ τότε ηγωνιζόμην να θεραπεύσω τους αδελφούς μου Χριστιανούς, επειδή και τότε ουδείς άλλος ιατρός ευρίσκετο εις Τρίπολιν, ειμή τινές ψευδοϊατροί».
Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, Βιογραφία και Περιήγησις, Αθήνα 1848, σσ. 102-103.
Ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως
«Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι ένας μεγάλος σταθμός όχι μόνο της νεοελληνικής ιστορίας αλλά και της ευρωπαϊκής.
Ο εθνικοαπελευθερωτιικός αγώνας των προγόνων μας από τη μια μεριά έδειξε τη ζωτικότητα της νεοελληνικής φυλής και από την άλλη το ξεχαρβάλωμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που θεωρούντανε μι από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις στις αρχές του 19ου αιώνα.
[..] Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, όταν δηλαδή το στρατιωτικο-φεουδαρχικό τουρκικό σύστημα έπαθε πολλά ρήγματα, οι Έλληνες πατριώτες που ζούσαν στις παροικίες του εξωτερικού άρχισαν να κινούνται και να σπέρνουν τον εθνικοαπελευθερωτικό σπόρο. Ο σπόρος αυτός βρήκε καλό έδαφος όχι μόνο στις παροικίες του εξωτερικού αλλά και στην Ελλάδα.
Όμως στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα πρωτοστάτησεν η νέα τάξη, η αστική.
Ο ρόλος της αστικής τάξης στα περασμένα χρόνια παντού ήταν προοδευτικός: ‘Η νεώτερη αστική τάξη –γράφει ο Μαρξ- σε κάθε βαθμό της ανάπτυξής της, πραγματοποίησε μιαν ανάλογη πολιτική πρόοδο […] ο ρόλος της αστικής τάξης στην ιστορία υπήρξε από τους πιο επαναστατικούς’. Όπως και αλλού, έτσι και στην Ελλάδα, η αστική τάξη, όταν σχηματίστηκε, επηρεάστηκε από τις γαλλικές δημοκρατικές ιδέες και προσπάθησε να μορφώσει τον ελληνικό λαό και να τον ξυπνήσει από το λήθαργο της σκλαβιάς.
Πρωτοπορία της δικής μας αστικής τάξης στάθηκαν οι έμποροι και οι καραβοκύρηδες. […] αυτοί έχτισαν σχολεία. Αυτοί τύπωσαν βιβλία. Αυτοί έφτιαξαν βιβλιοθήκες. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, όλοι όσοι ανήκανε στην ‘Εταιρία του Ρήγα’, ήταν αστοί. Το ίδιο έγινε και αργότερα. Οι ιδρυτές της ‘Φιλικής Εταιρίας’ ήταν οι πιο πολλοί έμποροι. […]
Όλα τα κείμενα μας πληροφορούν πως ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας στο προπαρασκευαστικό του μέρος ήταν έργο κυρίως των εμπόρων και εμποροναυτικών. Είναι απόλυτα βεβαιωμένο από τις πηγές ότι η αστική τάξη μπήκε επικεφαλής και αυτή προετοίμασε υλικά και ιδεολογικά τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας.
Συνεργάτες είχε τους διανοουμένους καθώς και μερικούς Φαναριώτες και ανώτερους κληρικούς που είχαν προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες ή έκαναν τους πατριώτες. […]
Επίσης πρέπει να σημειώσω πως δεν ήταν από στατιστική άποψη πατριώτες όλοι οι Έλληνες αστοί. Υπήρχαν ανάμεσά σ’ αυτούς ιδεολογικά και πολιτικά καθυστερημένοι που συμφωνούσαν με τους προύχοντες – κοτσαμπάσηδες.
Επίσης δεν πήραν τα όπλα όλοι οι φτωχοαγρότες και γενικά οι δουλευτάδες. Σε μερικές περιοχές αναγκάστηκαν να πολεμήσουν […]
Άμα κηρύχτηκε η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία και το Μοριά, η ‘Φιλική Εταιρία’, που ήταν ο κινητήριος μοχλός του Αγώνα, έχασε τους συνδετικούς κρίκους της οργάνωσής της και έτσι, ύστερα από λίγο, την ηγεσία την πήραν οι Φαναριώτες, οι κοτζαμπάσηδες και οι μεγαλοεφοπλιστές της Ύδρας και των Σπετσών».
Γιάνης Κ. Κορδάτος, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τ. Β΄ (Η Επανάσταση του 1821),
Αθήνα, Εκδ. ‘20ός αιώνας’, 1957, σσ. 7-9.




Επιστροφή








