Παράδοση-Λαϊκή σοφία:"Σιγά τον πολυέλαιο", "Τα μυαλά σου και μια λίρα", "Στρογγυλοκάθισε","Τα πε χαρτί και καλαμάρι" κ.α.

Δείτε και άλλα θέματα στην ενότητα:
Παράδοση-Λαϊκή σοφία:


Πως προέκυψαν και τι σημαίνουν οι φράσεις:  Σήκωσε δικό του μπαϊράκι / Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου / Τα πε χαρτί και καλαμάρι / Τα σίδερα της φυλακής είναι για τους λεβέντες / Τα σπάσαμε / Σιγά τον πολυέλαιο / Τα μυαλά σου και μια λίρα / Σφίγγουν τα πράματα / Στρογγυλοκάθισε / Τα έβγαλε στη φόρα / Σπουδαία τα λάχανα και άλλες




Σιγά τον πολυέλαιο
 
Βρισκόμαστε στα χρόνια του Όθωνα. Ο Βαυαρός βασιλιάς, που ντυνόταν με φουστανέλες και φέσι και στις πιο επίσημες εμφανίσεις του, μαζί με τη βασίλισσα Αμαλία οργάνωναν συχνά γιορτές στα ανάκορα.

Η πιο διαλεχτή κοινωνία εκείνον τον καιρό ήταν, βέβαια οι επιζώντες και οι απόγονοι των αγωνιστών του 21, μαζί με τους ξένους αυλικούς, που ήρθαν στην Ελλάδα, συνοδεύοντας τον Όθωνα.

Το ότι στους απλούς αυτούς ανθρώπους ήταν άγνωστη η δυτική εθιμοτυπία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δε μείωνε καθόλου τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά των συγκεντρώσεων ούτε την οικειότητα με τους ξένους αξιωματικούς, που ήταν πάντα θαυμαστές της
ελληνικής εκδήλωσης.

Το κέφι λοιπόν έφθανε πολύ γρήγορα στο κατακόρυφο με τους ελληνικούς χωρούς, που με ζήλο προσπαθούσαν να μάθουν οι ξένοι. Κι εδώ ακριβώς είναι το σημείο που μας ενδιαφέρει.

Οι γερο-λεβέντες παλιοί πολεμιστές,στον ενθουσιασμό τους, τραβούσαν κι άδειαζαν  προς το ταβάνι τα κουμπούρια τους.
Κι ακόμα σε καμιά γυροβολιά, όταν το απαιτούσε η φιγούρα του χορού, έβαζαν και το τσαρούχι, εκσφενδονίζοντας το προς τα πάνω.
Αλλα τις αίθουσες των ανακτόρων τις φώτιζαν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κι κηροστάτες.

Στο κρίσμο λοιπόν αυτό σημείο ακουγόταν ψιθυριστά μια φιλική παραίνεση κάποιου γνωστού των ανακτόρων προς τον χορευτή «σιγά τον πολυέλαιον».


Σήκωσε δικό του μπαϊράκι

Συχνά, ανάμεσα στους αρματολούς του 1821, συνέβαιναν πολλά επεισόδια, παρεξηγήσεις και παραστρατήματα, που κατέληγαν τις περισσότερες φορές σε έναθανάσιμο μίσος μεταξύ τους.

Οι διαφορές τους αυτές προέρχονταν κυρίως από το ποιος θα αναλάμβανε το καπετανιλίκι. Δηλαδή, ποιός θα γινόταν αρχηγός στις διάφορες αντάρτικες ομάδες των βουνών, όταν χήρευε καμιά θέση.  Φυσικά, οι παλιοί αρματολοί, που είχαν ψηθεί στη φωτιά του μπαρουτιού, αδιαφορούσαν για κάτι τέτοια κι έμεναν μακριά από τους καβγάδες.


Αλλά οι νεότεροι, που ήθελαν να δείξουν τις ικανότητες τους, επιζητούσαν με κάθε τρόπο να γίνουν αρχηγοί.

Έριχναν λοιπόν, κλήρο μεταξύ τους και εκείνος που κέρδιζε, γινόταν αρχηγός της μιας ή της άλλης ομάδας.

Αυτοί που έχαναν όμως δεν έμεναν διόλου ευχαριστημένοι.
Έτσι άρχιζαν να βάζουν διαβολές σε βάρος του καινούριου καπετάνιου και πολλές φορές το κατόρθωναν, με τον τρόπο αυτό, να πάρουν με το μέρος τους ορισμένα παλικάρια και να σηκώσουν το δικό τους μπαϊράκι.

Μπαϊράκι στα τούρκικα σημαίνει σημαία.
Από τότε έμεινε η φράση «σήκωσε δικό του μπαϊράκι», που τη λέμε για κάποιον που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα.


Τα ίδια Παντελάκη μου,τα ίδιαΠαντελή μου

Ο Παντελής Αστραπογιαννάκης ήταν Κρητικός.
Όταν οι Ενετοί κυρίεψαν τη Μεγαλόνησο, πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του.

Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για να δίνει, ωστόσο κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη. Με το σήμερα, όμως και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε.

Οι Κρητικοί άρχισαν να απελπίζονται.
Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση.

Οι συμπατριώτες του, όμως δεν τα πίστευαν πια. Όταν λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν :

«ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου.»


Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος

Την εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχε στην Αθήνα ένας απαίσιος Αλβανός, ου γύριζε στα διάφορα σπίτια των Χριστιανών και μάζευε τον καθιερωμένο κεφαλικό φόρο.

Ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. Ήταν δύο μέτρα περίπου ψηλός και το άγριο πρόσωπο του ήταν κατάμαυρο και βλογιοκομμένο. Οι Έλληνες, μόνο που τον έβλεπαν, τους κοβόταν η ανάσα.

Ο λόρδος Βύρωνας που τον γνώρισε από κοντά, γράφει ότι έμοιαζε σαν δαίμονας, που ξεπήδησε από την κόλαση κι ότι τα παιδιά πάθαιναν ίλιγγο τρόμου, όταν τον αντίκριζαν, ξαφνικά μπροστά τους.

Ο Κιουλάκ Βογιατζή κρατούσε πάντοτε στα χέρια του ένα κοντόχοντρο κόπανο και με αυτόν απειλούσε τους Χριστιανούς. Έλεγε, δηλαδή ότι θα τους σπάσει το κεφάλι, αν δεν του έδιναν μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο κεφαλικός φόρος κάθε έξι μήνες.

Ο Αλβανός, όμως αυτός ήταν τόσο κουτός, ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα νομίσματα της εποχής εκείνης.

Έτσι, πολλοί Έλληνες που δεν είχαν να πληρώσουν, του έδιναν μερικές μπρούτζινες δεκάρες, που τις γυάλιζαν προηγούμενα, για να φαίνονται χρυσές και τον ξαπόστελναν.

Από τότε, λοιπόν, έμεινε η φράση που τη λέμε, συνήθως για τους ελαφρόμυαλους. Μπογιατζής δεν ήταν άλλος από το Κιουλάκ Βογιατζή με τον κόπανο του.

Τα πε χαρτί και καλαμάρι

Θέλει να πει πως κάποιος σαν άκουσε κάτι, έπιασε και το έγραψε στο χαρτί και το μετάδωσε με κάθε λεπτομέρεια.

Η φράση αυτή είναι πολύ παλιά. Από το Δ κιόλας αιώνα μ.Χ. ο συγγραφέας από την Ελενούπολη Παλλάδιος, γράφει : «τα λεχθέντα ων έναυλον έχων την μνήμην ίσως και γραφή παραδώσω εν δέρματι ακμαίω μέλανι εγχαράξας εις μνήμην της ημών γενεάς».
 
Αλλά πιο παραστατικά το γράφει στον Ζ αιώνα και ο Λεόντιος από τη Νεάπολη στην αφήγηση του βίου του Άι-Γιάννη του Ελεήμονα : «ητησάμην ουν ευθέως χαρτίν και καλαμάριν και τα λεγόμενα κατ’ έπος σημειούμην».

Αλλά και πολύ μεταγενέστερα συναντάμε τη φράση στο ποίημα «Περί όνου, λύκου και αλεπούς». «Ευθύς ο λύκος έπιασε χαρτί και καλαμάρι, γαϊδάρου τα αμαρτήματα εγγράφως για να πάρει».

Τα σίδερα της φυλακής είναι για τους λεβέντες

Ένα από τους αστυνομικούς διευθυντές της παλιάς Αθήνας, ο Μπαϊρακτάρης, χτύπησε αλύπητα όλους τους μάγκες, τα κουτσαβάκια της εποχής του.

Εκτός από το ψαλίδι που είχε και που έκοβε τα μανίκια των σακακιών, που φορούσαν από το ένα μόνο χέρι οι κουτσαβάκηδες, τους έδερνε και στο τέλος τους έκοβε τα τσουλούφια των μαλλιών τους και τους άφηνε να φύγουν.

Αυτοί όμως ύστερα από τον εξευτελισμό τους, προτιμούσαν να τους βάλει φυλακή, παρά να βγουν έξω με αυτά τα χάλια. Τότε μάλιστα, τραγουδούσαν : «Τα σίδερα της φυλακής, είναι για τους λεβέντες».

Από το δίστιχο αυτό, έμεινε μέχρι τα χρόνια μας η φράση.

Τα σπάσαμε

Στα παλιά τα χρόνια, οι μακεδόνες, την παραμονή του γάμου τους, έβγαιναν με φίλους στο κυνήγι, στο οποίο έπρεπε απαραίτητα να σκοτώσουν ένα αγριογούρουνο, για να το προσφέρουν σαν δώρο στη νύφη.

Οι Θρακιώτες, πάλι, την ημέρα του γάμου τους, έπρεπε να ημερέψουν ένα άγριο άλογο, από τα γνωστά θρακικά άλογα, που τν παλιά εποχή θεωρούνταν τα πιο άγρια του κόσμου.

Αλλά το πιο παράξενο έθιμο που κρατάει από τα αρχαιότατα μινωικά χρόνια, είναι των Κρητικών. Από την παραμονή του γάμου τους οι Κρητικοί συγκέντρωναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο διάφορα πήλινα βάζα κι ενώ τραγουδούσαν και χόρευαν, τα έσπαζαν ένα ένα.

Η συνήθεια αυτή με τον καιρό, γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα κι έτσι σήμερα όχι μονάχα σε γάμους, αλλά και σε κάθε είδους διασκέδαση, οι Έλληνες τους αρέσει πάνω στον ενθουσιασμό τους να σπάνε ποτήρια και πιάτα. Από αυτό άλλωστε, βγήκε η φράση τα σπάσαμε που τη λέμε μετά από κάθε γλέντι.


Σφίγγουν τα πράματα

Στα χωριά, πράματα λένε τα ζώα και μάλιστα τα γιδοπρόβατα. Πιστεύουν, μάλιστα, πως αν τους δώσεις αλάτι μέσα στην τροφή τους, τότε γίνονται και νόστιμα αλλά και παχύτερα, σφίγγουν τα πράματα, λένε.

Αυτή τη γνώμη είχαν και οι Βυζαντινοί. Ο λόγιος του ΙΑ αιώνα Μιχαήλ Ψελλός λέει : «διότι παραβάλλουσιν άλας οι νομείς τοις θρέμμασιν», ο δε Θεσσαλονίκης Ευστάθιος προσθέτει, ότι το αλάτι προστατεύει τα γιδοπρόβατα από την ψωρίαση.

Οι Πόντιοι, πάνω σε αυτό, λένε για τη γυναίκα που ανταποκρίνεται στην πρόσκληση του άντρα : ατά έρ’ ταις σ’ άλας.

Στρογγυλοκάθισε

Για τους ενοχλητικούς επισκέπτες, για εκείνους που έρχονται σε ακατάλληλη ώρα και αργούν να φύγουν, λέμε τη φράση ότι εστρογγυλοκάθισε.

Η έκφραση αυτή βγαίνει από τους ανατολικούς σοφράδες, στρογγυλά μαλακά καθίσματα, που τα ακουμπάνε στο πάτωμα και τρώνε πάνω επίσης σε χαμηλά και στρογγυλά τραπεζάκια.

Έπρεπε δε να είναι στρογγυλά τα τραπεζάκια αυτά, γιατί αυτοί που θα τρώγανε , καθόντουσαν γύρω γύρω και έτσι η απόσταση τους από τη λεκάνη με το φαγητό, που ήταν στη μέση του σοφρά, ήταν ίδια σε όλους.

 
Εστρογγυλοκάθισε λοιπόν ο επισκέπτης, στην αρχή σήμαινε ότι κάθισε γύρω από το στρογγυλό σοφρά και επειδή ο σοφράς είχε του κόσμου τα φαγητά, συμφέρον του ήταν να στρογγυλοκαθίσει και να αργήσει την αναχώρηση του.

Τα έβγαλε στη φόρα – Του τα έβγαλε στη φόρα

Στη Βυζαντινή εποχή, υπήρχε ένα είδος κηρύκων, που έκαναν μια πολύ περίεργη δουλειά. Όταν κατηγορούσαν κάποιον για κλοπή, για λεηλασία ή και για φόνο ακόμα, χωρίς όμως αυτός που τον κατηγορούσε να έχει χειροπιαστά στοιχεία, ο κήρυκας αναλάμβανε να τον κατηγορήσει δημόσια, παίρνοντας πάνω του όλη την ευθύνη.

 Έβγαινε, λοιπόν σε μια κεντρική πλατεία, ανέβαινε σε ένα πεζούλι κι όταν το πλήθος συγκεντρωνόταν, για να ακούσει άρχιζε με δυνατή φωνή το κατηγορητήριο.

Επειδή όμως δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά εναντίον του, για να τον παραδώσουμε στο δικαστήριο, γι αυτό όσοι γνωρίζουν κάτι σχετικό με την υπόθεση, να ‘ρθουν να μας το πουν.

Αυτοί που δεν τολμούν να παρουσιαστούν μπροστά μας, να τον καταγγείλουν, θα είναι καταραμένοι στη ζωή και στο θάνατο. Το κορμί τους να βγάλει τις πληγές του Φαραώ και τα παιδιά τους, όπως και τα παιδιά των παιδιών τους, θα διψούν και δε θα βρίσκουν νερό κ.ά.

Οι κήρυκες αυτοί είχαν καταντήσει ο φόβος και ο τρόμος του λαού. Όπως, όμως ήταν επόμενο, ύστερα από τις φοβερές αυτές κατάρες, εκείνος που ήξερε κάτι για τον ένοχο, έτρεχε να τον καταγγείλει στην αγορά, για να γίνει ήσυχη η συνείδηση του.
Δηλαδή, του τα έβγαλε στη φόρα, όπως κατάντησε να λέγεται τότε.

Σπουδαία τα λάχανα

Η φράση ξεκίνησε από το εξής περιστατικό.
Σε κάποιο χωριό, πριν από το 1821, πέρασε ο απεσταλμένος του Μπέη, για να εισπράξει τη δεκάτη.

Η δεκάτη ήταν και αυτή μια από τις τρομερές φορολογίες των χρόνων εκείνων.

Όλοι όμως οι χωρικοί του απάντησαν πως δεν είχαν να πληρώσουν το φόρο, γιατί τα λάχανα τους έμειναν απούλητα.

Τότε ο φορατζής τους είπε πως θα έστελνε ζώα και ανθρώπους, για να φορτώσει τα λάχανα και έτσι να πατσίζανε με το χρέος τους. Έτσι και έγινε.

Από τότε, όμως οι χωρικοί έλεγαν «Σπουδαία τα λάχανα», για να πατσίσουν τα χρεωστούμενα.

Σπαγκοραμμένος

Σπάγκος ή σπαγκοραμμένος είναι ο φιλάργυρος, ο τσιγκούνης.

Η λέξη σπάγκος είναι ιταλική και σημαίνει αδύνατος, ψιλός.

Γνωρίζουμε πως οι μεταξωτές κλωστές είναι καλές, όπως επίσης και οι λινές, οι χρυσοκέντητες και τόσες άλλες.
Εκείνες που δεν έχουν αξία είναι σπάγκινες, αν μπορούμε να μεταχειριστούμε την έκφραση.

Το ύφασμα, λοιπόν, που θα ραφτεί με σπάγκο, θα είναι πολύ φτηνό και επειδή το φτηνό πράγμα το μεταχειρίζεται ο τσιγκούνης, γι αυτό και ο σπαγκοραμμένος είναι ο τσιγκούνης.


 




 

 

 

Επιστροφή